Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

λογοτεχνία α': παραδοσιακή/μοντέρνα ποίηση, προτεινόμενα ποιήματα (1)

      ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΘΕΜΑ
Καταρχάς μπορούν οι μαθητές να αναζητήσουν ζεύγη παραδοσιακών και μοντέρνων πινάκων ζωγραφικής είτε στο διαδίκτυο είτε στο σχολικό βιβλίο της Α' [πραγματικά έχει πολλούς!]

Μετά από έναν σύντομο σχολιασμό,εμπλουτίζουν τις διαφορές, εστιάζοντας πια στην ποίηση.

Προτείνονται ως εισαγωγική διερεύνηση του θέματος τρία ποιήματα, με κοινή θεματική τον θάνατο.
Ο στόχος είναι να αναζητήσουν μόνοι τους οι μαθητές τα χαρακτηριστικά παραδοσιακής και μοντέρνας ποίησης και να τα καταγράψουν.
 Έχει ενδιαφέρον να εντοπίσουν πώς ο προβληματισμός γύρω απ' το ίδιο θέμα εξελίσσεται ώστε να οδηγείται στον μοντέρνο "υπαρξισμό" της Ρουκ.

           μικρή στάση:
σε χαρακτηριστικά του δημοτικού τραγουδιού, του σονέτου και του υπερρεαλισμού

ειδικά από την προσέγγιση του ''σονέτου'' ως είδους,
μπορούν να προκύψουν αβίαστα γνώσεις για το κίνημα του παρνασσισμού.

  
                                Η λυγερή στον Άδη        

5   Καλά το 'χουνε τα βουνά, καλόμοιρ' είν' οι κάμποι,
που Χάρο δεν παντέχουνε, Χάρο δεν καρτερούνε,
το καλοκαίρι πρόβατα και το χειμώνα χιόνια.
Τρεις αντρειωμένοι βούλονται να βγουν από τον Άδη.
Ο ένας να βγει την άνοιξη, κι άλλος το καλοκαίρι,
10  κι ο τρίτος το χινόπωρο, οπού είναι τα σταφύλια.
Μια κόρη τούς παρακαλεί, τα χέρια σταυρωμένα.
«Για πάρτε με, λεβέντες μου, για τον Απάνου Κόσμο.
- Δεν ημπορούμε, λυγερή, δεν ημπορούμε, κόρη.
Βροντομαχούν τα ρούχα σου κι αστράφτουν τα μαλλιά σου,
15   χτυπάει το φελλοκάλιγο και μας ακούει ο Χάρος.
- Μα γω τα ρούχα βγάνω τα και δένω τα μαλλιά μου,
κι αυτό το φελλοκάλιγο μες στη φωτιά το ρίχνω.
Πάρτε με, αντρειωμένοι μου, να βγω στον Πάνω Κόσμο,
να πάω να ιδώ τη μάνα μου πώς χλίβεται για μένα.
20  -  Κόρη μου, εσένα η μάνα σου στη ρούγα κουβεντιάζει.
-  Να ιδώ και τον πατέρα μου πώς χλίβεται για μένα.
-  Κόρη μου, κι ο πατέρας σου στο καπελειό είν' και πίνει.
- Να πάω να ιδώ τ' αδέρφια μου πώς χλίβονται για μένα.
- Κόρη μου, εσέν' τ' αδέρφια σου ριχτούνε το λιθάρι.
25  Να ιδώ και τα ξαδέρφια μου πώς χλίβονται για μένα.
- Κόρη μου, τα ξαδέρφια σου μες στο χορό χορεύουν».
Κι η κόρη ναναστέναξε βαθιά στον Κάτω Κόσμο,
κι ανάψανε τα καπηλειά, κι εκάησαν οι ρούγες,
εκάη και το λιθόρεμα, πόριχταν το λιθάρι,
εκάη κι η δίπλη του χορού, π' εχόρευε η γενιά της.


                  Λήθη
Καλότυχοι οἱ νεκροὶ ποὺ λησμονᾶνε
τὴν πίκρια τῆς ζωῆς. Ὅντας βυθίσει
ὁ ἥλιος καὶ τὸ σούρουπο ἀκλουθήσει,
μὴν τοὺς κλαῖς, ὁ καημός σου ὅσος καὶ νἆναι.

Τέτοιαν ὥρα οἱ ψυχὲς διψοῦν καὶ πᾶνε
στῆς λησμονιᾶς τὴν κρουσταλλένια βρύση·
μὰ βοῦρκος τὸ νεράκι θὰ μαυρίσει,
ἂ στάξει γι᾿ αὐτὲς δάκρυ ὅθε ἀγαπᾶνε.

Κι ἂν πιοῦν θολὸ νερὸ ξαναθυμοῦνται.
Διαβαίνοντας λιβάδια ἀπὸ ἀσφοδύλι,
πόνους παλιούς, ποὺ μέσα τους κοιμοῦνται.

Ἂ δὲ μπορεῖς παρὰ νὰ κλαῖς τὸ δείλι,
τοὺς ζωντανοὺς τὰ μάτια σου ἂς θρηνήσουν:
Θέλουν μὰ δὲ βολεῖ νὰ λησμονήσουν.
                                   Λ. Μαβίλης


Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα

Από την κλειδαρότρυπα κρυφοκοιτάω τη ζωή
την κατασκοπεύω μήπως καταλάβω
πώς κερδίζει πάντα αυτή
ενώ χάνουμε εμείς.
Πώς οι αξίες γεννιούνται
κι επιβάλλονται πάνω σ’ αυτό που πρώτο λιώνει:
το σώμα.
Πεθαίνω μες στο νου μου χωρίς ίχνος αρρώστιας
ζω χωρίς να χρειάζομαι ενθάρρυνση καμιά
ανασαίνω κι ας είμαι
σε κοντινή μακρινή απόσταση
απ’ ό,τι ζεστό αγγίζεται, φλογίζει…
Αναρωτιέμαι τι άλλους συνδυασμούς
θα εφεύρει η ζωή
ανάμεσα στο τραύμα της οριστικής εξαφάνισης
και το θαύμα της καθημερινής αθανασίας.
Χρωστάω τη σοφία μου στο φόβο∙
πέταλα, αναστεναγμούς, αποχρώσεις
τα πετάω.
Χώμα, αέρα, ρίζες κρατάω∙
να φεύγουν τα περιττά λέω
να μπω στον ουρανό τού τίποτα
με ελάχιστα.

                  Κατερίνα Αγγελάκη- Ρουκ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου