Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

καρυωτάκης: ποιήματα ποιητικής


Πριν περάσουμε στο ποίημα του βιβλίου [στη Μπαλάντα..]
βλέπουμε ένα βιντεάκι με την "Υστεροφημία" από τη σειρά της  ΕΤ1

Υστεροφημία



Tο θάνατό μας χρειάζεται η άμετρη γύρω φύση

και τον ζητούν τα πορφυρά στόματα των ανθών.

Aν έρθει πάλιν η άνοιξη, πάλι θα μας αφήσει,

κι ύστερα πια μήτε σκιές δεν είμεθα σκιών.



Tο θάνατό μας καρτερεί το λαμπρό φως του ηλίου.

Tέτοια θα δούμε ακόμη μια δύση θριαμβική,

κι ύστερα φεύγουμεν από τα βράδια του Aπριλίου,

στα σκοτεινά πηγαίνοντας βασίλεια πέρα κει.



Mόνο μπορεί να μείνουνε κατόπι μας οι στίχοι,

δέκα μονάχα στίχοι μας να μείνουνε, καθώς

τα περιστέρια που σκορπούν οι ναυαγοί στην τύχη,

κι όταν φέρουν το μήνυμα δεν είναι πια καιρός.






Ακολουθεί από την ίδια σειρά η Μπαλάντα:



Από θεούς κι ανθρώπους μισημένοι,
σαν άρχοντες που εξέπεσαν πικροί,
μαραίνονται οι Βερλαίν· τους απομένει
πλούτος η ρίμα πλούσια και αργυρή.
Οι Ουγκό με «Τιμωρίες» την τρομερή
των Ολυμπίων εκδίκηση μεθούνε.
Μα εγώ θα γράψω μια λυπητερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που 'ναι

Αν έζησαν οι Πόε δυστυχισμένοι,
και αν οι Μπωντλαίρ εζήσανε νεκροί,
η Αθανασία τούς είναι χαρισμένη.
Κανένας όμως δεν ανιστορεί
και το έρεβος εσκέπασε βαρύ
τους στιχουργούς που ανάξια στιχουργούνε.
Μα εγώ σαν προσφορά κάνω ιερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που' ναι.

Του κόσμου η καταφρόνια τούς βαραίνει
κι αυτοί περνούνε αλύγιστοι κι ωχροί,
στην τραγική απάτη τους δομένοι
πως κάπου πέρα η Δόξα καρτερεί,
παρθένα βαθυστόχαστα ιλαρή.
Μα ξέροντας πως όλοι τούς ξεχνούνε,
νοσταλγικά εγώ κλαίω τη θλιβερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που 'ναι

Και κάποτε οι μελλούμενοι καιροί:
«Ποιος άδοξος ποιητής» θέλω να πούνε
«την έγραψε μιαν έτσι πενιχρή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που 'ναι;»

           και μελοποιημένη:




ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

[Είμαστε κάτι…]





Eίμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες

κιθάρες. O άνεμος, όταν περνάει,

στίχους, ήχους παράφωνους ξυπνάει

στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες.



Eίμαστε κάτι απίστευτες αντένες.

Yψώνονται σα δάχτυλα στα χάη,

στην κορυφή τους τ' άπειρο αντηχάει,

μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες.



Eίμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,

χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε.

Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις.



Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.

Mας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις

είναι το καταφύγιο που φθονούμε.


και ένα σύγχρονο τραγούδι του σταμάτη μορφονιού






Όλοι μαζί…



Όλοι μαζί κινούμε, συρφετός,

γυρεύοντας ομοιοκαταληξία.

Mια τόσο ευγενικιά φιλοδοξία

έγινε της ζωής μας ο σκοπός.



Aλλάζουμε με ήχους και συλλαβές

τα αισθήματα στη χάρτινη καρδιά μας,

δημοσιεύουμε τα ποιήματά μας

για να τιτλοφορούμεθα ποιητές.



Aφήνουμε στο αγέρι τα μαλλιά

και τη γραβάτα μας. Παίρνουμε πόζα.

Aνυπόφορη νομίζουμε πρόζα

των καλών ανθρώπων τη συντροφιά.



Mόνο για μας υπάρχουν του Θεού

τα πλάσματα και, βέβαια, όλη η φύσις.

Στη Γη για να στέλνουμε ανταποκρίσεις,

ανεβήκαμε στ' άστρα τ' ουρανού.



Kι αν πειναλέοι γυρνάμε ολημερίς,

κι αν ξενυχτούμε κάτου απ' τα γεφύρια,

επέσαμε θύματα εξιλαστήρια

του «περιβάλλοντος», της «εποχής».







Σαρλ Μπωντλαίρ

ΑΛΜΠΑΤΡΟΣ

Συχνά για να περάσουνε την ώρα οι ναυτικοί
άλμπατρος πιάνουνε, πουλιά μεγάλα της θαλάσσης,
που ακολουθούνε σύντροφοι, το πλοίο, νωχελικοί
καθώς γλιστράει στου ωκεανού τις αχανείς εκτάσεις.

Και μόλις στο κατάστρωμα του καραβιού βρεθούν
αυτοί οι ρηγάδες τ' ουρανού, αδέξιοι, ντροπιασμένοι,
τ' αποσταμένα τους φτερά στα πλάγια παρατούν
να σέρνονται σαν τα κουπιά που η βάρκα τα πηγαίνει.

Πώς κείτεται έτσι ο φτερωτός ταξιδευτής δειλός!
Τ' ωραίο πουλί τι κωμικό κι αδέξιο που απομένει!
Ένας τους με την πίπα του το ράμφος του χτυπά
κι άλλος, χωλαίνοντας, το πώς πετούσε παρασταίνει.

Ίδιος με τούτο ο Ποιητής τ' αγέρωχο πουλί
που ζει στη μπόρα κι αψηφά το βέλος του θανάτου,
σαν έρθει εξόριστος στη γη και στην οχλοβοή
μέσ' στα γιγάντια του φτερά χάνει τα βήματά του.

μτφρ. Αλέξανδρος Μπάρας




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου