Σάββατο, 2 Ιουλίου 2011

το ποδήλατο του ποιητή Γιάννη Βαρβέρη

 Γιάννης Βαρβέρης: Ακάματος ποδηλασία
      
Εφημερίδα Ελευθεροτυπία: Βιβλιοθήκη, Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2009
Υπεύθυνος: Επιμέλεια Μισέλ Φάις

Δέκα συγγραφείς (ποιητές και πεζογράφοι) ανασύρουν από το αρχείο τους μια νεανική ή παιδική τους φωτογραφία και καθρεφτίζονται μπροστά της. Παιδική ηλικία της μνήμης ή της γραφής; Εξομολόγηση ή ανασύσταση μιας εποχής; Αναπαράσταση των πραγμάτων ή των λέξεων;  Το βλέμμα του χρόνου τούς μαγνητίζει και τους ωθεί σε περιδίνηση γύρω από τον χαμένο/κερδισμένο εαυτό.

Είμαστε γέροι πια κι οι δυο κι εγώ που γράφω ποιήματα πιο γέρος

«Ο άνθρωπος μόνος»

Φαινόταν ήδη απ' αυτή τη μακρινή φωτογραφία πως το ποδήλατο θα έπαιζε σημαντικό ρόλο στη ζωή μου. Εχω με τόσο τρόμο μαγκώσει με τα χεράκια μου το τιμόνι, που στάδιον ποδηλασίας λαμπρόν και λαμπρών αγώνων μοιάζει να διανοίγεται μπροστά μου. Δυστυχώς, οι αγώνες μου τερματίστηκαν πριν αρχίσουν, στην πολυετή αγωνία μου να απογαλακτιστώ από την τρίτη βοηθητική ρόδα. Ας τα λέω όμως αυτά. Με το τιμόνι και τους τροχούς επέπρωτο να τα πάω μάλλον καλά μέχρι τώρα: Κόνσουλ Κορτίνα Φορντ, Λάντα, Φίατ Τίπο, Ρόβερ, Σουζούκι Ιγκνις (γελάω αυτοσαρκαζόμενος όταν σκέφτομαι ότι λατινιστί ignis σημαίνει: φωτιά). Τιμόνια δεν είχαν κι αυτά; Τροχούς δεν είχαν; Μόνο που τα υποστήριζε η τεχνολογία, η οποία αφαίρεσε, με δραματικές συνέπειες για τους νυν τετρακέφαλους, τη μυϊκή προσπάθεια των ποδιών μου. Αποτέλεσμα, τα πεντάλ της φωτογραφίας να αντικατασταθούν, ύστερα από 45 χρόνια, από μιμητική των τότε κινήσεων φυσιοθεραπεία. Πάντοτε κρύο σερβίρεται το πιάτο της εκδίκησης.

Παπουτσάκια λευκά, μποτίνια ειδικά και ακριβοπληρωμένα για να στρώσει η πλατυποδία. Ομως, αλίμονο, περπάτησα εν γένει τόσο λίγο...Το καπελάκι για τον ήλιο τής αρχικά απροσδιόριστης εποχής μού πάει αρκετά, καθώς κρύβει κάπως το δυσανάλογα μεγάλο κρανίο. Μια ζωή κεφάλας. Πρόσωπον ωοειδές, το επικύρωσε αργότερα και η αστυνομική μου ταυτότητα. Πρόσωπον ωοειδές, αναιτίως χαμογελαστό, βεβιασμένα χαμογελαστό θα 'λεγα, αν θυμηθώ και τις πιεστικές μητρικές παραινέσεις ενώπιον πάσης υποψήφιας φωτογράφισης. Προεξοφλούσα ευτυχία για να την προκαλέσω; Ή τεκμηρίωνα οικογενειακή μπουνάτσα; Κι εδώ ακόμα, το αριστερό της χέρι στον ώμο μου, πέραν της στοργικής προστασίας, υποπτεύομαι πως περιέχει και επίμονο σκούντημα προς τον ως άνω σκοπό. Το μαλλί μου, μαύρο, του κοράκου, σχεδόν σαν βαμμένο, στερεωμένο οιονεί ισόβιο στο κεφάλι μου. Αραγε τα τελευταία χρόνια πηγαίνω σε μανιακό κουρέα που μου αδειάζει το κέντρο; Τόση αραίωση δεν εξηγείται αλλιώς! Ποιος ξέρει τι κουρελόπανο έγινε το καρό πουκαμισάκι. Μπορεί αργότερα να το στρώσανε τραπεζομάντιλο χλόης σε εκδρομή ή να ξεσκόνισαν -ευγενέστερο- ή και να σφουγγάρισαν - δροσερότης, αλλά τόσο αμφίβολη... Ηδη στη φωτογραφία με στενεύει, ενώ παρατηρώ ένα αναπτυσσόμενο παχουλό σωματάκι που αργότερα θα διεκδικήσει με μεγάλες πιθανότητες το χρυσούν μετάλλιον της πλαδαρότητας. Μη θυμήσου, σώμα...

Πού είναι ο μπαμπάς; Δικηγορεί, χαρτοπαίζει, δέχεται πελάτες; Ο,τι και να κάνει, καλά κάνει. Δεν φτάνει που τον έβαλες στα 50 να σηκώσει τέτοιο μαρτύριο, έστω εμένα! Ο άνθρωπος γλέντησε, γλέντησε, κι εκεί κατά τον μισό αιώνα είπε να απαγκιάσει σε μεσοπρόθεσμη προοπτική περιποιημένου γήρατος. Πού να φανταζόταν πως θα ξαναγύριζε με τη γνωστή ταχεία προς τον εγκαταλειμμένο σταθμό της αναπαραγωγικής φάσης; Ευτυχώς που ρίξατε το δεύτερο κι έμεινα μόνος στη μικρή περιουσία! Είναι προφανές -ημερομηνία δεν βλέπω- ότι είμαι ήδη πενταετής, αφού πρωινιάτικα μ' έχεις πάει βόλτα στον Εθνικό Κήπο. Συνταξιούχος απ' το '60, το έχεις μαδήσει 49 χρόνια το Δημόσιο! Ομως όχι, σε αδικώ, μπορεί να 'ναι Κυριακή ή ίσως μεσημεράκι καθημερινής. Αμφίεση θερινή, λίγο τολμηρούτσικο το βρίσκω το ανύποπτο γαλακτερό ντεκολτέ με τα μπρατσάκια έξω, σφιχτά δεμένα ακόμα. Καπελαδούρα σαν μεξικάνικη, της τότε μόδας, ανάλογη φορούσε και ο πάντα μεξικάνικα ντυμένος γόης τραγουδιστής Λουίς Μαριανό. Τίποτε απ' όλ' αυτά δεν βρίσκω πια, ούτε την τσάντα - ποιος ξέρει τι πρόνοιες για μένα έχεις χωρέσει και είναι έτσι φουσκωμένη... Τίποτε, τίποτε δεν ανιχνεύεται απ' όλ' αυτά, καλά λέει η τουρκική παροιμία: «Δύο μετακομίσεις ίσον μία πυρκαγιά». Κι έχουμε κάνει έκτοτε τρεις.

Βλέπω το δάχτυλό σου ευκαιριακά μπανταρισμένο. Να μάτωσε κόβοντας τροφές ζωής για μένα; Προσπαθώντας να με γλιτώσει από κάποιο αιφνίδιο κλείσιμο πόρτας; Για ποιους άραγε μεγαλύτερους πόνους σου ήμουνα τότε αδιάφορος;

Πίσω μας, φυτά. Με κυνηγούν από τότε ασταμάτητα. Ακόμα και στα καθαρώς αστικά μου τοπία κατορθώνουν και ξεφυτρώνουν. Ολοι τα ψευτοαναζητούν, φτιάχνουν κηπάρια, μικρές ζούγκλες στις βεράντες με του κόσμου τα έντομα. Εγώ τουλάχιστον έχω ξεκαθαρίσει (ή ξεχορταριάσει;) τη θέση μου. Εκεί όμως; Πάλι φυτά θα έχει τώρα. Η φύση νοιάζεται για τα παιδιά της. Οχι εμάς, τα δικά της.

Στο μεταξύ ζούμε ακόμη κι οι δυο. Κι αν κάθομαι τόσο στέρεα πάνω στη σέλα, είναι για να μη βρεις το ποδήλατο αφύλαχτο καμιά στιγμή και φύγεις...

Γιάννης Βαρβέρης [ποιητής ,κριτικός θεάτρου]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου