Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

πού πας καραβάκι με τέτοιο καιρό;



«Κανένα πλοίο δε σαλπάρει χωρίς καπνό και χωρίς δάκρυα.»
                                           Μ. Αναγνωστάκης

     «Πο πς καραβάκι,/ μ τέτοιον καιρό,
      σ
μάχεται θάλασσα,/ δν τ φοβσαι; 
      Γι χώρα πηγαίνω /πολ μακρινή,
      θ
φέξουνε φάροι /πολλο ν περάσω,
      βοριάδες, νοτιάδες /θ
βρ, μ θ φτάσω
      μ
πρίμο γεράκι, /μ᾿ κέριο πανί».
                         Ζ. Παπαντωνίου

ένα καράβι της φυγής...


                            Αρθούρος Ρεμπώ 
                    Le bateau ivre / Το μεθυσμένο καράβι
                   στα γαλλικά και σε 2 μεταφράσεις : εδώ
                       
Αρθούρε Ρεμπώ
απόψε θα μπω
στο μαύρο μεθυσμένο σου καράβι
μακριά ν' ανοιχτώ
σε κύκλο φριχτό
που ο κόσμος δεν μπορεί να καταλάβει...
                           Ν. Γκάτσος

   πλοίο/καράβι:

ΤΟ ΚΑΤΕΞΟΧΗΝ μέσο περιπλάνησης.

Βαρκούλες χάρτινες, σχεδίες ή τάνκερ.
Επιβατικά ή φορτηγά, τράτες ή τρεχαντήρια.
Σημαδεμένα από νόστους ή φευγιά, από κατακτήσεις ή ναυάγια.
Των πολλών που στοιβάζονται κι ασφυκτιούν,  
Των λίγων που κωπηλατούν,
Των δύο της βαρκάδας,
Του ενός που ψαρεύει,
Των εφοπλιστών και του λοστρόμου, 
Των ζωγράφων, των ποιητών, των σκηνοθετών…

Εμπνέουν ποικίλες διαθέσεις και αναλόγως βαφτίζονται:

       «μεθυσμένο καράβι» (Ρεμπώ)

       «σπασμένο καράβι» (Σκαρίμπας)

       «τρελοβάπορο» ( Ελύτης)

             αλλά και.. «Μικρός Ναυτίλος»… και

           «Η Αγγέλικα, ο Πολικός, οι Τρεις Ιεράρχαι
           Ο Ατρόμητος, η Αλκυών, η Ναυκρατούσα
                   το Μαράκι, το Έχει ο Θεός, η Ευαγγελίστρια»
                                           (Άξιον εστί: Δοξαστικό)
      

              Ο «Αρχάγγελος» του Βρεττάκου  


              «Ο Μέγας Ανατολικός» του Εμπειρίκου

               δύο φωτό από το φακό του εμπειρίκου:

       
              Το ''S/S Cyrenia'' του Καββαδία
     ''...Κουφός ο Σάλαχ το κατάστρωμα σαρώνει.
      Μ’ ένα ξυστρι καθάρισέ με απ’ τη μοράβια.
      Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
      Γιέ μου πού πας; Μάνα, θα πάω στα καράβια.'' (7 νάνοι στο S/S Cyrenia)

               

Καράβια σεφερικά:

«πετρωμένα», «άδεια», «κατελυμένα», «στοιχειωμένα», «βασανισμένα»
με κουπιά "σπασμένα"...


            «Κίχλη», «Αι Νικόλας»

            ΕΛΣΗ,ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ, ΑΜΒΡΑΚΙΚΟΣ,
                       ΑΓ     ΩΝΙΑ 937
                        Α/π Αυλίς»



                             «Αργώ»
Τα παραμύθια μου τα ’μαθα κοντά στα καράβια
όχι από ταξιδιώτες μήτε από θαλασσινούς
μήτε απ’ τους άλλους που προσμένουν στα μουράγια
παντοτινά ξέμπαρκοι ψάχνοντας τις τσέπες τους για τσιγάρο.
Πρόσωπα καραβιών κατοικούν τη ζωή μου·
άλλα κοιτάζουν μ’ ένα μάτι σαν τον Κύκλωπα
ακίνητα στου πελάγου τον καθρέφτη
άλλα προχωρούν σαν υπνοβάτες, επικίνδυνα
κι άλλα τα πήρε ο ύπνος του βυθού
ξύλα σκοινιά καραβόπανα κι αλυσίδες.
Στο δροσερό σπιτάκι του περιβολιού
ανάμεσα στα καβάκια και τους ευκάλυπτους
κοντά στο σκουριασμένον ανεμόμυλο
κοντά στην κίτρινη δεξαμενή μ’ ένα χρυσόψαρο μονάχα
στο δροσερό σπιτάκι μυρίζοντας λυγαριά
βρήκα ένα μπούσουλα καραβίσιο
αυτός μου ’δειξε τους αγγέλους των καιρών
που κατοικούν την καταμεσήμερη σιγή.
                                                   Γ. Σεφέρης

''Αργώ'', Ν. Εγγονόπουλου

 Μία από τις μακροβιότερες αλληγορίες που μας κληροδότησε η ελληνική αρχαιότητα 
 είναι η εικόνα του σκάφους της πολιτείας που ταξιδεύει στο τρικυμισμένο πέλαγος
Αλκαίος, Θέογνις, Αισχύλος, Σοφοκλής, Πλάτωνας κ. ά.
                   Ενδεικτικά δες  εδώ  

        Σύγχρονες εκδοχές του σκάφους της πολιτείας:

                                                      Ο. Ελύτη, Το τρελοβάπορο

Βαπόρι στολισμένο βγαίνει στα βουνά
  κι αρχίζει τις μανούβρες «βίρα-μάινα»

Την άγκυρα φουντάρει στις κουκουναριές
  φορτώνει φρέσκο αέρα κι απ’ τις δυο μεριές

Είναι από μαύρη πέτρα κι είναι απ’ όνειρο
  κι έχει λοστρόμο αθώο ναύτη πονηρό

Από τα βάθη φτάνει τους παλιούς καιρούς
  βάσανα ξεφορτώνει κι αναστεναγμούς

Έλα Χριστέ και Κύριε λέω κι απορώ
  τέτοιο τρελό βαπόρι τρελοβάπορο

Χρόνους μας ταξιδεύει δε βουλιάξαμε
  χίλιους καπεταναίους τούς αλλάξαμε

Κατακλυσμούς ποτέ δε λογαριάσαμε
  μπήκαμε μέσ’ στα όλα και περάσαμε

Κι έχουμε στο κατάρτι μας βιγλάτορα
  παντοτινό  τον Ήλιο τον Ηλιάτορα!

             Νικ. Βρεττάκος

      Τό ταξίδι τοῦ Ἀρχάγγελου (απόσπασμα)

Τὸ σκάφος τοῦτο, ποὺ σοφὸ τιμόνι
τὸ πέρασε ἀπὸ χίλιες καταιγίδες,
ποὺ ἄστραψε στὰ νερὰ τῶν ἀνοιγμένων
ἀβύσσων τ’ οὐρανοῦ· το σκάφος τοῦτο,
ποὺ ἀμφέβαλλαν γιὰ τὴν καταγωγή του
τῶν θαλασσῶν οἱ ὁρίζοντες, ποὺ κλάψαν
μπρὸς στὸν ἡρωϊσμό του τὰ στοιχεῖα
καὶ ποὺ σ’ αἰωνιότητες καθρέφτισε
τὴ μεθυσμένη πλώρη του, μεσίστια
κατέβασε τὴ σημαία του· κι οἰ ναῦτες,
ἄγρυπνοι, θλιβεροί, καταισχυμένοι
μὲ ματωμένα πρόσωπα προσεύχονται…
[...]
Δέσετε αὐτὸ τὸ ἀναρχημένο σκάφος,
τὸ σκάφος τοῦτο τὸ καταραμένο,
ποὺ ἔχει παρεξηγήσει τὴ γενιά του
κι ὡς τίποτε τὸ γήϊνο νὰ μὴν ἔχει,
σπρωγμένο ἁπ’ τὸ παράξενὸ του πάθος,
τὴν τραγική του μοίρα, ὅλους τοὺς κάβους
τῆς γῆς ἄφησε πίσω του! Γυρίστε,
δὲν εἶναι αὐτοῦθε ὁ κόσμος! Θυμηθῆτε
μιὰ μέρα μοναχά· μόνο μιὰ νύχτα.
[...]
Στὸν οὐρανό, στὴν κόλαση, στ’ ἀστέρια.
στὶς ὄχθες καὶ στὰ βάθη τῆς θαλάσσης,
ἄγγελοι, ἀνθρῶποι, δαίμονες, λουλούδια,
τὰ δέντρα, τὰ κοράκια, οἱ κρεμασμένοι,
προσευχηθεῖτε ἀπόψε ν’ ἀναπαύσει,
νὰ συμπονέσει ὁ Θεὸς καὶ ν’ ἀναπαύσει
τὸ σκάφος τοῦτο καὶ το’ πλήρωμά του. 


Άσπρα καράβια τα όνειρά μας /για κάποιο ρόδινο γιαλό..;


            ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ

      Καράβι καραβάκι, άκουσε τον πόνο μου...


       Ένα καράβι από τη Χιο..

Τρεις καλοήροι Κρητικοί και τρεις 'που τ' Άγιον Όρος
καράβιν αρματώσανε..



Καράβι μου, καραβάκι/τι φέρνεις στο κοριτσάκι;/Προίκα της φέρνω για να παντρευτεί.
Και ποιο να πάρει γαμπρό της;/αχ ! τον κακό τον καιρό της !/τόσο που βιάζεται να παντρευτεί.
Λέω να πάρει τον ράφτη /το γιο του καντηλανάφτη/μια και βιάζεται να παντρευτεί.
Άμα της δώσουμε ράφτη /πάει η νυφούλα μας, κλάφ' τη !
τραγούδι: Σ. Γιαννάτου, Αλ. Ιωαννίδης, Δ. Γαλάνη, Μ. Φαραντούρη, Β. Παπ/νου, Δ. Δημοσθένους 


         ΤΟΥ ΤΣΙΤΣΑΝΗ


      ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Καράβι κόκκινο, καράβι κόκκινο πάει
Πάνω από θάλασσες, πάνω από λίμνες πετάει
Το σφυροδρέπανο πέφτει στο κύμα και σπάει
Κι απ’ την ανάποδη την ιστορία γυρνάει..
Στο Βερολίνο το τείχος περνάει και στο Πεκίνο το δράκο ξυπνάει..
Στο Βερολίνο με βότκα μεθάει και στο Πεκίνο μια νύχτα τα σπάει..

από το "Βλέμμα του Οδυσσέα" του Θ. Αγγελόπουλου

από του Κυνηγούς'' του Θ. Αγγελόπουλου


από το ''Sweet movie" του Dusan Makavejev [μουσική Μ. Χατζιδάκι]


ένα καράβι, παλιό, σαπιοκάραβο..

το πειρατικό του captain Jimmy..


"Με το καράβι του Θησέα σ' αφήσαμε στη Νάξο.
Γυμνή, μ' ένα στα πόδια σου θαλασσινό σκουτί.
Σε ποιες σπηλιές εκρύφτηκες και πως να σε φωνάξω;
Κοστάρω κι όλο με τραβάει μακριά το καραντί...''
                                            Ν. Καββαδίας

        ΤΙΤΑΝΙΚΟΣ

               Το πλοίο (Ο Τιτανικός)

Ἐκεῖ, πρὸς τὶς γραμμὲς τοῦ Νότιου ἀπείρου
περήφανο ὡς λικνίζονταν τὸ πλοῖο
μὲ δυὸ γλαρὰ φουγάρα καὶ ὀνείρου
φῶτα χρυσὰ – ἡ Κυρία μ’ ἕνα βιβλίο,
στὸ χέρι ἐμελαγχόλει… Τί θεία ὥρα
στὰ βὰλς ποὺ ἡ σάλα ἀντήχει κι εἶχεν ἔβγει
μισή φωτιά, ἡ σελήνη!… Καὶ τί φιόρα
οἱ ἔξωμες μηλαῖδες καὶ τὰ ζεύγη,
ποὺ ὡραία στροβιλίζονταν. Ἡ μπάντα
ποὺ ἀνύποπτους σὲ μέθη αἰθέρια ἐώρει!
Καὶ ἡ Κυρία –ὤωω!…- ποὺ ἐκράτει πάντα
ἐκεῖνο τὸ βιβλίο… Τὸ βαπόρι
στὸ πέλαο ποὺ ἀγάλι ἔκανε κράτει…
Ὢ ἡ Κυρία, ἡ Κυρία αὐτὴ ἡ μοιραία
μὲ πάντα τὸ βιβλίο – τώρα – ὢ νάτη –
κρυφὰ τὸ σκᾶ ἀπ’ τὴν πόρτα κι εἶν’ ὡραία,
μὰ ὠχρή… Ἐνῶ τὸ πλοῖο πλέει (ἢ δὲν πλέει;)
τὸν πλοίαρχο κρατεῖ κι ἀχνὴ καὶ κρύα:
«Γροίκισα σὰν κάποιο τίναγμα…», τοῦ λέει.
– Μὰ βέβαια, βυθιζόμεθα Κυρία!…
                      Γ. Σκαρίμπας 


                               



  








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου