Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2014

καράβια αταξίδευτα σε ''αθώα'' παιδικά τραγούδια(2)

ΚΑΡΑΒΙ 2ο: παπόρο επτανησιακό/αγγλοκρατούμενο 

Σ' ένα Παπόρο μέσα, όλοι μέσα, όλοι μέσα

σ' ένα Παπόρο μέσα, μας εμπαρκάρανε
γαλέτες παξιμάδια, μάς ετρατάρανε.

Ζάκυνθος, Κέρκυρα, δεν θα σας ξαναδώ..

Κ ένας Κεφαλλονίτης, απ' την Αγιά Ευθυμιά
τα ρούχα του γυρεύει, δεν τά 'βρε πουθενά.

Καπέλο κροκιδένιο καπέλο κροκιδένιο,
πιστόλα καλαμένια και βέργινο σπαθί.

στην Κέρκυρα μάς πάνε να μας κρεμάσουνε
μα εμείς θα τραγουδάμε μέχρι να φτάσουμε.


  Το ''αθώο'' αυτό τραγούδι προβάλλεται ως παιδικό λόγω της  μελωδικής του χροιάς,ενώ  ταυτόχρονα έχει συνδεθεί με μια γραφική/τουριστική  απεικόνιση των Επτανήσων..
    Κι όμως πρόκειται για ''αντιστασιακό '' λαϊκό τραγούδι που απηχεί την αιματοβαμμένη Κατοχή των νησιών από τους Άγγλους( βαφτισμένη ως "Προστασία"). 
   Το "αταξίδευτο" αυτό καράβι, οδεύει για τη δίκη και εκτέλεση των επιβατών του προς την Κέρκυρα, έδρα της αγγλικής Κατοχής. Με σημαίνουσα ειρωνεία, τονίζεται εξαρχής το πλήθος των συλληφθέντων που στοιβάζονται στο πλοίο("όλοι μέσα, όλοι μέσα"),ο εξαναγκασμός του μπάρκου( όχι "μπαρκάραμε" αλλά "μάς εμπαρκάρανε") και η '' πλουσιοπάροχη" υποδοχή που τους επιφυλάσσεται εν είδει κεράσματος ("γαλέτες, παξιμάδια μάς ετρατάρανε"). Η μετρημένη επωδός ("Ζάκυνθος, Κέρκυρα..") υπαινίσσεται ένα ταξίδι χωρίς γυρισμό. Σταδιακά αποκαλύπτεται ο παροπλισμός τους (έντεχνα παρουσιάζεται πρώτα η μάταιη αναζήτηση από τον Κεφαλλονίτη των ρούχων του και ύστερα όλης της ''σκευής'' του). Η κορύφωση δίνεται με την πικρή διαπίστωση/συνειδητοποίηση του τελικού προορισμού (κρεμάλα), που όμως αίρεται από την αγωνιστικότητα των μελλοθανάτων που δηλώνουν πως θα τραγουδούν μέχρι το τέλος.  

Από σχετικό δημοσίευμα του "Ριζοσπάστη'' 
με τίτλο "Κατά της αγγλοκρατίας και με τη μουσική"(εδώ) : 

Η ιδέα της αντίστασης κατά της αγγλοκρατίας μέσα στο λαϊκό και τον έντεχνο μουσικό λόγο των Επτανήσων, είναι το θέμα που ανέπτυξε ο Ζακύνθιος ερευνητής - δικηγόρος Στέλιος Τζερμπίνος, στο επιστημονικό συνέδριο «Η Ενωση της Επτανήσου με την Ελλάδα 1864-2004», που διοργανώθηκε από τη Βουλή και την Ακαδημία Αθηνών. Ακολουθούν αποσπάσματα από την ενδιαφέρουσα παρέμβασή του:
      Ο λαός των Επτανήσων, παράλληλα με τις άλλες μορφές της αντίστασής του, χρησιμοποίησε και το μουσικό του λόγο, που όμως δεν έχει εκτιμηθεί, όπως και όσο θα 'πρεπε. Πρώτον, γιατί αγνοήθηκε ή έστω δε συσχετίσθηκε ο συνδρομητικός ρόλος της μουσικής στην οπλοθήκη των αντιστασιακών αξιών του λαού των Επτανήσων και, δεύτερον, εξαιτίας της συγκαταβατικής ευπρέπειας των Ελλήνων απέναντι στη συχνή παρουσία των Αγγλων, «συμμάχων» στον ελληνικό χώρο.
    Η έναρξη της «προστασίας» στα Επτάνησα χρονοσημαίνεται, με την υπογραφή της Συνθήκης του Παρισιού (24/5 Νοε. 1815) και η πρακτική της άσκησής της, με την έλευση του πρώτου αρμοστή (Maitland) στην Κέρκυρα (16 Φεβρ. 1816).
      Η ιδέα της αντίστασης, ωστόσο, έχει ήδη λάβει, από την άλλη Ελλάδα, τη μετάγγισή της στην ψυχή των Επτανησίων, μέσα από ιστορικά μουσικά σπαράγματα του υπόδουλου ελληνισμού, που μιλάνε για διώξιμο τυράννων, για πόνους και λαβωματιές, να λάβουμε φροντίδα ο Τούρκος να διωχθεί, όπως ακούγεται στα υπέροχα προεπαναστατικά λαϊκά τετράφωνα «Ω Υψιστε Θεέ μου», «Στ' άγρια βουνά είναι τα θεριά», «Εφθασε η λαμπρά στιγμή», αλλά και τον προσολωμικό παιάνα του Αντωνίου Μαρτελάου...
    Μια αντιδιαστολή, όμως, επιβάλλεται ανάμεσα στον έντεχνο μουσικό και στο λόγο της λαϊκής μούσας, επισημαίνοντας, χωρίς πρόθεση μομφής, την έμμεση κυρίως αντιστασιακή συμβολή του πρώτου και την πολύ πιο άμεση συνεισφορά της δεύτερης.
     Οι Επτανήσιοι της έντεχνης μουσικής αποφεύγουν ίσως να απευθύνουν το μουσικό τους μήνυμα, σαν πρόκληση ενάντια στον αδιάλλακτο Ευρωπαίο «προστάτη». Δε διστάζουν, όμως, να εντάξουν στα έργα τους, το ιδεώδες της ελευθερίας και το πνεύμα του ηρωισμού.
    Σύμφωνα με ανυπόγραφο δημοσίευμα (περιοδικό «Ποικίλη Στοά», 1884) «Νύκτα τινά, ομάς νεαρών βλαστών, φέρουσα επικεφαλής τον βάρδον Διονύσιον Σολωμόν, διέσχιζεν υπό το άπλετον φως της σελήνης τας οδούς της Ζακύνθου και υπό τη γλυκείαν της βαρβίτου αρμονίαν έψαλλε το πρώτον τον Υμνον του Σολωμού, ραινομένη πανταχόθεν υπ' ανθέων. Μετά της εκλεκτής εκείνης ομάδος διεκρίνετο και ο Ανδρέας Κουτούβαλης, ου η γλυκεία φωνή μετέδωκεν ημίν το αθάνατον άσμα ασμάτων». Παρά τη δυσεξακρίβωτη φερεγγυότητά της, η πληροφορία έχει αξία στο μέτρο που καθιστά πιθανή την ασματική εκτέλεση κάποιων στροφών του Υμνου εις την Ελευθερίαν. Με ή χωρίς τον αιχμηρό κατά των Βρετανών υπαινιγμό των στροφών 20 και 21, τραγουδιόταν με ενθουσιασμό στη Ζάκυνθο, αμέσως σχεδόν μετά τη γραφή του και πριν από τις μαντζάρειες μελοποιήσεις. Καταξιώνοντας το λόγο του εθνικού ποιητή και το φιλόμελο ήθος των Ζακυνθίων, σαν την πρώτη χρονολογικά, άμεση και θαρραλέα φωνή αντίστασης κατά της Αγγλοκρατίας στον ιόνιο χώρο.
     Η άρση της τυποαπαγόρευσης (από 22 Μαΐου 1848) και η ανάφλεξη του ριζοσπαστικού κινήματος το 1849, υπήρξαν καθοριστικές αφετηρίες στην καλλιέργεια του σπόρου της αντίστασης ενάντια στη βρετανική συμπίεση. Μέχρι τότε, οι συνθέτες της έντεχνης μουσικής, μ' ελάχιστες εξαιρέσεις, αποφεύγουν ν' ανασείσουν την τεχνητή αλυσίδα της «προστασίας» με άμεσες αναγωγές στο καταπιεζόμενο φρόνημα του επτανησιακού λαού. Στο μέγα μέρος, όμως, των θεματολογικών επιλογών τους, αναγνωρίζουμε βαθύτατη ελληνικότητα και υπέρτατο πατριωτισμό.
  Στην κυρίως περίοδο του ριζοσπαστισμού (1849-1864), η μουσική αποκτά τη σημαινόμενη αναγνωρισιμότητά της, επενδύοντας τον ποιητικό ή στιχουργικό λόγο επώνυμων Επτανησίων, στο μέτρο που επιτρέπει ο φόβος της σύλληψης, της καταδίκης και της εξορίας και αναδεικνύεται υπέρτατος εκφραστής του αντιστασιακού πνεύματος. Τα ιδεώδη του ριζοσπαστισμού δίνουν όραμα και στόχους στη μουσική τέχνη των Επτανησίων, με μοτίβα εύληπτα, εύπεπτα και διεγερτικά.
   Τα σκληρά μέτρα που στιγμάτισαν την 6χρονη θητεία του αρμοστή Sir Henry George Ward (1849-1855), του μισητού Ουάρδου, και ιδίως η αιματηρή καταστολή των αντιστασιακών κινημάτων της Κεφαλονιάς στα πρώτα χρόνια της αρμοστείας του, τροφοδότησαν τον επιχώριο έντεχνο και λαϊκό μουσικό λόγο με υπέροχους στίχους επώνυμων και ανώνυμων δημιουργών, όπως του Σπύρου Μαλακή, μ' εκείνο το «Αθλιέστατε Ουάρδε!... πού απερισκέπτως τρέχεις;», ή του Λευκαδίτη Γιάννη Σταματέλου, που προπηλακίζει τον περιοδεύοντα τύραννο, στιχουργικά: «Τα νερά της Μεσογείου/ κοκκινίζουν απ' το αίμα/ των αιμοχαρών χειρών σου/ Και τα όρη μας ακόμα/ φρικαλέον ρίπτουν βλέμμα/ εις το μαύρον πρόσωπόν σου».
                                                       Η λαϊκή μούσα
Παράλληλα, όμως, με τον έντεχνο μουσικό λόγο, η λαϊκή μούσα, πιο αυθόρμητη, πιο ευέλικτη και απεριφράστως επιθετική, με την προφορική συνήθως έκφρασή της, υπερακοντίζει το φόβο της λογοκρισίας, που αδυνατεί να παρέμβει, τουλάχιστον προληπτικά, και προσφέρεται γυμνή στην ενδυματολογική φροντίδα της μουσικής έμπνευσης.
Στις ζοφερές μέρες της θητείας του Ουάρδου, ασφαλώς αναφέρεται κι ένα ζακυνθινής προελεύσεως αντιστασιακό: «Σ' ένα παπόρο μέσα...». Είναι μια τραγική μπαλάντα, λαϊκού χαρακτήρα...

και στην εκτέλεση/διασκευή του Λουκιανού Κηλαηδόνη



      από το δίσκο "αχ! πατρίδα μου γλυκειά..."

όπου και το επίσης αταξίδευτο καραβάκι:

        (άκουσέ το εδώ )

Ήταν ένα καράβι παιδιά, ήταν ένα καράβι, 
"Γλάρο" το λέγανε, κάνε μια καντηλίτσα*.
"Γλάρο" το λέγανε, κάνε μια καντηλιά*.

Στο πρώτο του ταξίδι παιδιά, κόπηκαν τα σκοινιά...
Στο δεύτερο ταξίδι παιδιά, σκίστηκαν τα πανιά...
Στο τρίτο του ταξίδι παιδιά, σπάσανε τα κουπιά..

Στο τέταρτο ταξίδι παιδιά, βούλιαξε στα βαθιά,κάνε μια καντηλίτσα.
Βούλιαξε στα βαθιά, κάνε μια καντηλιά...

*Η καντηλίτσα είναι ναυτικός κόμπος,
  όπως και η ψαλιδιά, κι όχι καντηλιά,  όπως τραγουδάει ο Κηλαηδόνης.. (δες εδώ)


Το ''αθώο'' αυτό τραγουδάκι ακούγεται επίσης στην κατεξοχήν "ναυαγισμένη'', νεορεαλιστική ταινία του Μ. Κακογιάννη "Το κορίτσι με τα μαύρα'' (Λαμπέτη-Χορν). Και στην αρχή της βαρκάδας του Χορν με τα παιδιά (υπαινιγμός στο επερχόμενο ναυάγιο) και αργότερα όταν ήδη θα έχει μπάσει νερά η βάρκα κι ο Χορν θα παλεύει να εμψυχώσει τα παιδιά..




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου