Η επιτροπή
εξετάσεων είπε να τιμήσει την Αρβελέρ,επιλέγοντας ένα κείμενό της[ΕΔΩ].
Εξαιρετικό το
κείμενο της κ. Αρβελέρ,
εξαιρετικά προβληματική κι η προσπάθεια να συντάξεις περίληψή του...
Μερικά από τα σημεία
στα οποία σκοντάφτεις και είτε τα πιάνεις είτε τρως τα μούτρα σου...:
1η παράγραφος:
[…]το
ελληνικό πλαστικό κατόρθωμα δηλώνει την έλλογη προσπάθεια του καλλιτέχνη να
δαμάσει το πάθος και τη μοίρα με τα έργα του νου και της καρδιάς[…]
2η παράγραφος:
Αποκρυστάλλωμα
ορθής και όρθιας σκέψης, το αρχαίο άγαλμα […]καθαγιάζει και αγλαΐζει τους
χώρους της πόλης. Σήμα ανάτασης ψυχικής και ορόσημο πανάρχαιας μνήμης[…]
Διαγράφει
ο τεχνίτης τα πλαίσια μιας πάντα ευνομούμενης[..] πολιτείας[…]όπως την ορίζει η
πλατιά
ειρηνευτική
κίνηση του θεϊκού βραχίονα στο αέτωμα του ολυμπιακού ναού. Κίνηση που
αναδεικνύει τον Απόλλωνα ρυθμιστή στη διαμάχη του ανθρώπου με το ζώο, με το
μυθικό Κένταυρο, στην Ολυμπία, και οργανωτή της ζωής μέσα στο φως του λόγου. Το
πέρασμα από το μύθο στο λόγο έγινε, χάρη στην τέχνη, άγαλμα, θέαμα και θεωρία[…]
3η παράγραφος:
Το
πέρασμα από το ζώο, την άγρια φύση και τους αγρούς, στο δομημένο άστυ και στην
οργανωμένη πόλη, ας πούμε τη θεϊκή μετάβαση από την κυνηγέτιδα Άρτεμι στην
πολιάδα Αθήνα, δηλώνει[…].Αυτό ίσως είναι το συνοπτικό μέγιστο μάθημα του αρχαιοελληνικού
βιώματος, των ανθρώπων που πρώτοι
σμίλευσαν […]τη μορφή της εσωτερικής ενατένισης, συνδυασμένη με την ιδεατή
πληρότητα της φυσικής ομορφιάς[…]
4ηπαράγραφος:
Ιδού η
απαρχή της προσπάθειας για γνώση και για αυτογνωσία, ιδού το πρώτο ερωτηματικό, το για πάντα αναπάντητο, ιδού η αυγή του
μυστηρίου που οδήγησε τον άνθρωπο να γίνει πλάστης αθάνατου έργου, δημιουργός
δηλαδή θεών. Δάμασε η ελληνική τέχνη το ζώο πριν ανακαλύψει τον τέλειο
άνθρωπο. Το συντροφικό συναπάντημα του
ανθρώπου με τους θεούς διδάσκει η αρχαία αισθητική, στην προσπάθειά της να
αιχμαλωτίσει την τέλεια μορφή την πάντα μετέωρη και πάντα τεταμένη προς μια
ιδεατή πληρότητα, προς ένα αέναο γίγνεσθαι.
I hope the
pain will last, cause I 'm about to drown
I 'm just a
foolish clown.
ΥΓ 1.
"To Millionaire είναι προφανώς τραγούδι απελπισίας.
Ήμουν στην Αθήνα, είχα γυρίσει μόλις από το Amsterdam, στο οποίο έκανα μια
απόπειρα να ζήσω, και ήμουν στον αέρα. Χωρίς δουλειά, λεφτά, πραγματικό στόχο.
Παίζαμε μ' ένα φίλο πιάνο-σαξόφωνο, και λέγαμε ότι η φάση που περνάμε θα
περάσει, και σε λίγο καιρό θα γελάμε με την φτώχεια μας. Και μου λέει, οκ, δεν
είμαι εκατομμυριούχος, τι να γίνει; Και αυτό που μου είπε, δεν το άκουσα εκείνη
τη στιγμή σαν οικονομικό άγχος, το άκουσα σαν κάτι βαθύτερο, σαν απελπισία, σαν
νοσταλγία για το μέλλον. Για τη ζωή που θα ρθει, ή που έφυγε, για το παρελθόν ή
το μέλλον, όχι για το παρόν. Και συνειδητοποίησα ότι έτσι νιώθω και εγώ, θέλω ή
αυτά που έχασα, η αυτά που με περιμένουν. Και για όσο κρατάει η δυσκολία, τόσο
πιο κοντά θα 'μαι σ' αυτά, αυτή είναι η σωτηρία μου. Μερικά χρόνια μετά, η φάση
πέρασε και δεν πέρασε, και το τραγουδάκι μου μιλάει εκ μέρους περισσότερων
ανθρώπων. Μόνο που τώρα έτσι κι αλλιώς η όλη κατάσταση μου το θυμίζει πιο
πολύ..." [από το museekart.com]
ΥΓ2.
γιατί λεφτά (όντως) υπήρχαν...υπάρχουν...και θα υπάρχουν...
ΥΓ3. Money..get away..
ΥΓ4.
ΟΥΚ ΕΘΕΛΩ ΠΛΟΥΤΕΙΝ,ΟΥΚ
ΕΥΧΟΜΑΙ
ΑΛΛΑ ΜΟΙ ΕΙΗ ΖΗΝ ΕΚ
ΤΩΝ ΟΛΙΓΩΝ ΜΗΔΕΝ ΕΧΟΝΤΑ ΚΑΚΟΝ [Σαπφώ-Άβατον]
Μέλισσες
μάζεψαν τη γύρη, την φέρανε στο πανηγύρι.
Οι
μέλισσες ζυμώνουν μέλι, ήλιε μου φάε και μην σε μέλει.
Τα
φίδια φέραν το φαρμάκι, τα παλικάρια το μεράκι.
Το
μπρούσκο βράζει στο βαρέλι, ήλιε μου πιές και μη σε μέλει.
Με
όσα κι αν πω κι ό,τι κι αν δείτε, να μη μου παραξενευτείτε.
Όσα
χωράνε στην αλήθεια, δεν τα βαστάν τα παραμύθια…»
1973: ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΜΑΣ ΤΣΙΡΚΟ
"Καλοκαίρι
του 1973. Οδός Πατησίων, Θέατρο Αθήναιον, θίασος Καρέζη – Καζάκου, "Το µεγάλο
µας τσίρκο" του Ιάκωβου Καµπανέλλη. Το θέατρο στολισµένο µε λαµπιόνια και
πολύχρωµες σηµαιούλες, λαϊκές ζωγραφιές του
Σπαθάρη κοσµούν το κτήριο. Στην είσοδο µερικοί
ηθοποιοί εκτελούν νούµερα. «Κυρίες και κύριοι, καλώς ήρθατε στο µεγάλο
τσίρκο που λέγεται Ελλάδα».
Ο
Καµπανέλλης γράφει µια πολιτική επιθεώρηση
διαµαρτυρίας, µε τραγούδια και πλακάτ, µε κρυπτογραφήµατα που
παραπέµπουν στο πολιτικό σκηνικό της εποχής και διδακτισµό, θέλοντας να
αφυπνίσει, και να συνεγείρει το θεατή, να τον πάρει µαζί του στις εντός του έργου διαδηλώσεις, που διασχίζουν
το θέατρο από άκρη σε άκρη. Αυτό είναι ένα πολύ ενδιαφέρον στοιχείο της
παράστασης, που αξίζει τον κόπο να σταθούµε. Μια εξέδρα, µια τεράστια ράµπα
διασχίζει την πλατεία του θεάτρου. Εκεί
αναπτύσσεται η δράση και τα καθίσµατα –µετωπικά τοποθετηµένα στη ράµπα αυτή–
την αγκαλιάζουν. Στη σκηνή, όπου δεν υπάρχει ιδιαίτερη
σκηνογραφία, αναπτύσσεται η δευτερεύουσα δράση. Οι ηθοποιοί λοιπόν παίζουν
ανάµεσα στο κοινό, κάνοντας τους θεατές συµµέτοχους και συνεργούς τους,
µετατρέποντάς τους σε δι-ιστορικά πρόσωπα,
µια διαχρονική persona του προδοµένου και
τυραννισµένου Έλληνα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το έργο ξεκινάει µε
την αναζήτηση της σκηνής. Ο Ρωµιός και το Ρωµιάκι –ένα είδος
παρουσιαστών-σχολιαστών σ’ αυτό το τσίρκο που λέγεται Ελλάδα– αναζητούν τη
σκηνή, τη συµβατική σκηνή ενός θεάτρου, και δεν τη βρίσκουν. ∆εν υπάρχει σκηνή.
Το θέατρο, η Ιστορία της Ελλάδας, εξελίσσεται χτες, σήµερα, τώρα, ανάµεσά µας. Είµαστε
δρώντα πρόσωπα και θεατές συγχρόνως. ∆εν είναι τυχαίο ότι πάντα µιλάµε για το θέατρο
της Ιστορίας, το θέατρο των γεγονότων, το θέατρο του πολέµου, µεταφέροντας τα
γεγονότα του παρελθόντος σε ένα σκηνικό πλαίσιο που θα µας βοηθούσε, ως δρώντες
θεατές ή ως προσεχτικούς µελετητές, να τα εξετάσουµε και να τα αναλύσουµε
καλύτερα. Κάτι αντίστοιχο δηλαδή µε εκείνο που πίστευαν οι Ελισαβετιανοί
δραµατουργοί όταν έλεγαν «Όλος ο κόσµος είναι µια σκηνή».''
απόσπασμα
από τη μελέτη της Α. Πλακονούρη : Το µεγάλο µας
τσίρκο –
Η περίπτωση ενός έργου που µιλάει
για την Ιστορία, ενώ γράφει Ιστορία [ολόκληρη η μελέτη: ΕΔΩ]
από την εκπομπή: Η ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ
Μεγάλα νέα φέρνω από κει
πάνω
περίμενε μια στάλα ν'
ανασάνω
και να σκεφτώ αν πρέπει
να γελάσω,
να κλάψω, να φωνάξω, ή να
σωπάσω…
Το ριζικό μου ακόμα τι
μου γράφει
το μελετάνε τρεις
μηχανορράφοι…
Στολίστηκαν οι ξένοι
τραπεζίτες,
ξυρίστηκαν οι Έλληνες
μεσίτες.
Εφτά ο τόκος πέντε το
φτιασίδι,
σαράντα με το λάδι και το
ξύδι
κι αυτός που πίστευε και
καρτερούσε,
βουβός φαρμακωμένος
στέκει και θωρεί
τη λευτεριά που βγαίνει
στο σφυρί...
2012: ΤΟ ΚΛΕΜΜΕΝΟ ΜΑΣ ΤΣΙΡΚΟ
«Πέρασαν περίπου 40 χρόνια από την πρώτη παράσταση του
μεγάλου εκείνου τσίρκου. Πολλοί, εκείνο το βράδυ, το ’χουν μέσα τους και μαζί τους σαν θυμησιά φυλακτό. Κάποιους
άλλους τους βαραίνει σαν κατάρα· και κάποιους σαν εμάς, ευτυχώς, μάς αφήνει
μόνο την αίσθηση ενός αγδίκιωτου φταιξίματος που κανείς μέχρι τώρα δεν έχει
χρεώσει, ανάλογα με το κρίμα της, στη γενιά αυτή ολάκερη, τη χειρότερη γενιά
όλων σ’ αυτόν τον αλλόκοτο τόπο, την γενιά της μεταπολίτευσης», γράφει ο
B.D.Foxmoor (Μιχάλης Μυτακίδης).
«Το
παιχνίδι «Ταξίδι Φυγής» σχεδιάστηκε από την Αντιπροσωπεία
της Ύπατης Αρµοστείας των Ηνωµένων Εθνών για τους Πρόσφυγες στην Κύπρο.
Απευθύνεται σε µαθητές ηλικίας 13 µέχρι 16 ετών.
Μέσω του
παιχνιδιού και του συµπληρωµατικού υλικού µπορεί να συζητηθεί το θέµα
«Πρόσφυγες και Άσυλο» στην τάξη.
Παίζοντας
το παιχνίδι «Ταξίδι Φυγής», οι µαθητές µπορούν να ταυτιστούν µε τον
πρωταγωνιστή του παιγνιδιού, ένα νεαρό πρόσφυγα ο οποίος αναγκάζεται να
εγκαταλείψει τη χώρα του και αντιµετωπίζει µία σειρά από δυσκολίες και
διλήµµατα τόσο κατά τη διάρκεια της φυγής όσο και κατά την άφιξή του στη χώρα
ασύλου.
Με αυτό
το βιωµατικό τρόπο, ο µαθητής ενηµερώνεται και ευαισθητοποιείται για το τι
σηµαίνει να είσαι πρόσφυγας.
Στο
∆ίκτυο ∆εδοµένων – όπου θα βρείτε επιπρόσθετα κείµενα, πραγµατικές ιστορίες
προσφύγων, ταινίες µικρού µήκους - οι µαθητές έχουν τη δυνατότητα να ενηµερωθούν
για θέµατα ανθρωπίνων δικαιωµάτων, το δίκαιο ασύλου και για την καθηµερινή ζωή
των προσφύγων.
Στόχος
του οδηγού είναι να βοηθήσει τους δάσκαλουςνα σχεδιάσουν µαθήµατα για τις τάξεις τους.Περιέχει
εισηγήσεις για διεξαγωγή αποστολών και συζητήσεων, καθώς επίσης για ασκήσεις
και παιχνίδια ρόλων [role play] στην τάξη. »[από τον «Οδηγό για δασκάλους»]
Η ανάγκη, η επιθυμία να πετυχαίνει ο
άνθρωπος τους στόχους του, να νιώθει επιτυχημένος μέσα στην κοινωνική ομάδα
στην οποία ζει, είναι φυσική, γενετική θα έλεγα, ανάγκη του ανθρώπου. Με την
επιτυχία, από τα παιδικά κιόλας χρόνια, θεμελιώνεται η εμπιστοσύνη προς εαυτόν,
η αυτοπεποίθηση και η αυτοεκτίμησή του. Μέσα από την ποιοτική και ποσοτική
αναλογία της σχέσης Επιτυχία-Αποτυχία, οργανώνεται ένα καλά δομημένο και
συνεκτικό «Εγώ» ή αντίθετα ένα ευάλωτο και εύθραυστο ψυχικό όργανο, που στην
πρώτη δυσκολία κλονίζεται και καταρρέει. Όταν η ανάγκη της επιτυχίας
υπηρετείται με φυσικούς όρους και τρόπους, κινητοποιεί γόνιμα τις δυνάμεις μας
και συμβάλλει στην ατομική και ομαδική πρόοδο, μέσα σε ένα κλίμα «φυσικής
άμιλλας», που όχι μόνο δεν είναι βλαπτική αλλά είναι αναγκαία για κάθε εξέλιξη.
Ο φόβος της αποτυχίας είναι οικουμενικό
ανθρώπινο χαρακτηριστικό (όσο πιο ανεπτυγμένη η κοινωνία, τόσο πιο έντονος) και
λειτουργεί ως μυθικός μηχανισμός άμυνας μπροστά στο φάντασμα, στο σύμπλεγμα
κατωτερότητας, την ανυπόφορη εκείνη αίσθηση ότι υστερούμε έναντι των άλλων,
κοινωνικά, πνευματικά, ερωτικά, εμφανισιακά, οικονομικά κ.λπ. Ίσως γύρω από
αυτό τον πρωτογενή φόβο και εξαιτίας αυτού, οργανώνει και διαπλάθει ο άνθρωπος
όλη του την προσωπικότητα. Είναι θεμελιακό συστατικό για τη διαμόρφωση της ταυτότητάς
του. Αν δηλαδή το άτομο είναι συμφιλιωμένο με τον εαυτό του και το περιβάλλον
του (διαμέσου της Αυτοεπιβεβαίωσης και Αυτοκατάφασης) ή αντίθετα είναι γεμάτο
ανασφάλειες και νευρωτικές προσεγγίσεις. Από τη στιγμή που υπάρχει το (πάντα
ανολοκλήρωτο) «Εγώ», συνδέεται άρρηκτα με το ύποπτο «Εσύ», το οποίο είναι
αντίπαλο και «εχθρικό» για την ασφάλεια και «παντοδυναμία» της ατομικότητάς
μας. Όλοι οι περίφημοι φροϋδικοί μηχανισμοί άμυνας του «Εγώ» λειτουργούν για να
κρύψουν τα κουσούρια μας, τις αδυναμίες, τους φόβους και τις ενοχές μας,
προβάλλοντας ταυτόχρονα πάνω σ' αυτή την υποκριτική βάση την υπεροχή και την
ανωτερότητά μας. Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι ποιοι είμαστε εμείς αλλά ποιοι
είμαστε έναντι των άλλων. Γιατί οι «Άλλοι» είναι η διαρκής και μόνιμη απειλή
(μήπως μας ξεπεράσουν, μήπως αποκαλύψουν τις κρυμμένες μας αδυναμίες). Η
ποιότητα αυτής της αντιπαράθεσης πιστοποιεί το ήθος των ανθρώπων που την
εκφράζουν. Αρχίζει από τον απάνθρωπο και αθέμιτο ανταγωνισμό (ατομικό ή
συλλογικό) και φτάνει ως τις υψηλές και ευγενείς διαφορές ποιοτήτων• ως το
διακριτικό εκείνο αίσθημα για μια ανώτερη έκφραση και πρόταση.
Η εποχή μας με τα πρότυπά της έχει
δημιουργήσει μια φρενήρη κούρσα, έναν ιλιγγιώδη ρυθμό, μέσα σε έναν ασφυκτικό
ζωτικό χώρο• έναν υπερσυμπιεστή πάνω στην ανθρώπινη δράση, εν ονόματι του
κέρδους και της επιτυχίας. Οι μαθητές είναι αναγκασμένοι να αφομοιώνουν μια
τεράστια ύλη, συχνά άχρηστων γνώσεων, μέσα από μια στρεβλή παιδεία και
κοινωνική νοοτροπία, που αγνοούν το ουσιώδες και προκρίνουν το τυπικό (τη
βαθμολατρία, το πτυχίο, το μάστερ, το διδακτορικό). Είναι αναγκασμένοι να
πηγαίνουν σχολείο, ωδείο, φροντιστήριο, γυμναστήριο, ξένες γλώσσες κ.λπ.,
πράγματα που τα φορτίζουν αφάνταστα και τα εκτρέπουν από τους ψυχοβιολογικούς
τους ρυθμούς. Η έλλειψη αξιών κάνει πρωταθλήτρια την υλοφροσύνη. Η κουλτούρα
της εποχής μας είναι η αποθέωση του εντυπωσιασμού, του εύκολου και γρήγορου
κέρδους. Η υστέρηση πνευματικότητας. Πάνω απ' όλα το περίφημο image, το κυνήγι
των «ιδανικών» αναλογιών, οι χημικές δίαιτες για αδυνάτισμα πάση θυσία και
άλλοι καταναγκασμοί που περιέχουν την παθογένεια μιας συλλογικής Νεύρωσης, σε
όρια επιδημίας. Δεκάδες μαθητές, στην Ιαπωνία, αυτοκτονούν κάθε χρόνο όταν
αποτυγχάνουν στις εξετάσεις. Γιατί αυτό θεωρείται ύψιστη καταισχύνη και ντροπή για
την οικογένεια και την κοινωνία. Αυτά τα παιδιά είναι οι τραγικοί καμικάζι του
Τίποτα (καθώς πέφτουν από τα μπαλκόνια), οι ανήλικοι σαμουράι, για ένα κωμικό
και θανάσιμο χαρακίρι μπροστά στην αποτυχία.
Ζούμε το θρίαμβο της ατομικότητας. Του
εγωκεντρισμού. Τη μυθοποίηση της πρωτιάς. Όλα είναι ντοπαρισμένα, στο όνομα της
υπεροχής. Οι τρελές αγελάδες, τα οστεάλευρα, το ουράνιο, οι εξοπλισμοί. Να
γίνουμε πιο παραγωγικοί, πιο δυνατοί από τους άλλους. Να εξουσιάσουμε. Να
ξεπεράσουμε τον άλλον πάση θυσία. Αυτό μοιάζει να είναι το σύνθημα σε όλα τα
επίπεδα της ζωής. Με όλες τις καταστροφικές παρενέργειες. Με όλη τη σύνθλιψη
του ανθρώπινου προσώπου. Με όποιο κόστος. Είναι το αιώνιο εξουσιαστικό πρόβλημα
(σε διαφορετικές κόπιες), στη βάση της στείρας και άγονης προσπάθειας για
επιτυχία. Η στείρα αντιπαράθεση: η μαμή της βίας. Είναι η «Έρις», το «Νείκος»
του Εμπεδοκλή. Που γεννά μέτωπα. Πολέμους. Όχι γόνιμες, δημιουργικές
προσπάθειες, γιατί εκεί θα επικρατήσουν οι εχέφρονες, οι άριστοι και όχι οι
αλαζόνες και οι καπάτσοι.
Όταν το πλαίσιο της δράσης είναι
ανθρώπινο, η επιτυχία δεν γίνεται αυτοσκοπός, δε δημιουργεί οίηση. Και η
αποτυχία γίνεται αποδεκτή, αποδεικνύεται χρήσιμη. Αν πρέπει να υπάρχει «το
δικαίωμα στην οκνηρία», όπως λέει ο Λαφάργκ, έτσι νομίζω θα έπρεπε να υπάρχει
και «το δικαίωμα στην αποτυχία». Αυτό το δικαίωμα μάς συμφιλιώνει με τους
φόβους και τις αδυναμίες μας. Μας επιτρέπει να αποδεχόμαστε τον εαυτό μας όπως
είναι, χωρίς ρετουσαρίσματα και απονενοημένες εξιδανικεύσεις. Μας χαλαρώνει•
μας εξοικειώνει με τους άλλους στο ότι και εκείνοι είναι το ίδιο φοβισμένοι και
τρωτοί. Το δικαίωμα στην αποτυχία μάς απαλλάσσει από το διαρκή και μάταιο
ανταγωνισμό. Από το αίσθημα ότι διαρκώς μας απειλούν, ότι μας αφήνουν πίσω.
Οι ανατολικοί φιλόσοφοι θα απαντούσαν ως εξής,
φαντάζομαι, στο ερώτημα «αποτυχία ή επιτυχία»: Αυτός που μένει ανεπηρέαστος στη
χασούρα είναι πραγματικά σημαντικός. Αυτός που απολαμβάνει την επιτυχία και την
αποτυχία του το ίδιο είναι ο Αληθινός Αυτοκράτορας. Αυτά αυτοί. Αλλά εμείς; Μας
το λέει ο μεγάλος Καβάφης: «Υπεροψίαν και μέθην θα είχε ο Δαρείος». Εννοώντας
βέβαια πως ο βάρβαρος Πέρσης βασιλιάς Δαρείος είναι ο αιώνας μας. Και καθένας
από μας ένας μικρός Δαρείος.