Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ταξιδιάρικο πεντάλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ταξιδιάρικο πεντάλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2014

καράβια αταξίδευτα σε ''αθώα'' παιδικά τραγούδια

ΚΑΡΑΒΙ  1ο : "Μέδουσα"

Ήταν ένα μικρό καράβι /που ήταν αταξίδευτο                   
Κι έκαν' ένα μακρύ ταξίδι /μέσα εις τη Μεσόγειο                    
Και σε πεντέξι εβδομάδες /σωθήκαν ο - ο - όλες οι τροφές         
Και τότε ρίξανε τον κλήρο /να δούνε ποιος ποιος ποιος θα φαγωθεί 
Κι ο κλήρος πέφτει στον πιο νέο /που ήταν α - α - αταξίδευτος.. οεοέ.. οε..! 
          

«Η ιστορία έχει το χάρισμα να εμπλέκει και να κρατά αναμεμειγμένα πολλά πράγματα διαφόρων ειδών. Όπως για παράδειγμα έναν πίνακα του γαλλικού ρομαντισμού, ένα παιδικό τραγούδι και μια τραγική ιστορία κανιβαλισμού. Για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι ας παρουσιάσουμε μια εικόνα: Ένα παιδί που σιγοτραγουδά το τραγούδι «ήταν ένα μικρό καράβι...» περνά μπροστά από τον πίνακα «η Σχεδία της Μέδουσας» που εκτίθεται στο Λούβρο, στην αίθουσα 61 της πτέρυγας Sully.''Ζερικώ, Η σχεδία της Μέδουσας

Η ειρωνεία της παραπάνω εικόνας είναι τεράστια καθώς ένα απλό γαλλικό τραγουδάκι, που όλα τα παιδιά ξέρουν και τραγουδούν στην ουσία είναι η μελοποιημένη εξιστόρηση μιας μακάβριας ιστορίας ενός ναυαγίου και του κανιβαλισμού των επιζώντων του.
    Το 1816, στις 17 Ιουνίου, σαλπάρουν από το Ροσφόρ στο Σαράντ Μαριτίμ της Γαλλίας τέσσερα πλοία με προορισμό το λιμάνι Πόρ Λουί της Σενεγάλης. Τα πλοία αυτά ήταν το μιρκό Argus, το ανεφοδιαστικό Loire, η κορβέτα Echo και η φρεγάτα Medusa. Στη Μέδουσα επέβαιναν και οι επιβάτες του ταξιδιού ανάμεσα στους οποίους ήταν ο νέος κυβερνήτης της Σενεγάλης, που ως τότε ήταν βρετανική αποικία, Ζυλιέν-Ντεζιρέ Σμαλτζ με την σύζυγό του.
     Κυβερνήτης του πλοίου, το οποίο μετέφερε 400 επιβάτες και 160 άτομα πλήρωμα, ανέλαβε ο Υγκ Ντυρουά ντε Σωμερύ, που είχε να ταξιδέψει στην ανοιχτή θάλασσα περισσότερα από 20 χρόνια, χωρίς ποτέ να είναι κυβερνήτης πλοίου, και μοναδικό προσόν του ήταν η γνωριμία με τον αδερφό του βασιλιά. Ο κυβερνήτης του Loire φέρεται να είχε δηλώσει μεταγενέστερα ότι «ο Ντυρουά ντε Σωμερύ ήταν ένας ευγενής αυλικός, αλλά όχι σοβαρά σκεπτόμενος, ενώ θεωρούσε ότι, λόγω της θέσης του, εγώ θα έπρεπε να είμαι υπάκουος υπηρέτης του».
    Κατά τον απόπλου, λοιπόν, ο Σωμερύ προσπάθησε να δείξει τις ικανότητές του και να φύγει γρήγορα. Το αποτέλεσμα ήταν να βρεθεί στις 2 Ιουλίου του ίδιου έτους κατά 100 ναυτικά μίλια εκτός πορείας, προσαραγμένος στις ακτές της σημερινής Μαυριτανίας. Όσες προσπάθειες να απελευθερώσουν το πλοίο και αν έγιναν καμία δεν ήταν επιτυχής. Ο κυβερνήτης έδωσε έτσι την εντολή να εγκαταλείψουν το καράβι με τις σωσίβιες λέμβους, οι οποίες δεν έφταναν για όλους. Κατά συνέπεια κατασκευάστηκε η «σχεδία της Μέδουσας».
     Δεκατρείς ημέρες έμεινε η σχεδία στην θάλασσα, αφού αποκόπηκε από τις σωσίβιες λέμβους. Οι μαρτυρίες των επιζώντων θέλουν είτε τον Σωμερύ να κόβει τα σκοινιά που κρατούν την σχεδία με τις λέμβους είτε αυτά να σπάνε. Επί δεκατρείς ημέρες οι καταιγίδες και τα κύματα έπαιρναν τους επιβάτες της σχεδίας και τους εξαφάνιζαν. Την τρίτη ημέρα, μάλιστα, σημειώθηκε και μια μικρή ανταρσία επάνω στην σχεδία, με τους κατώτερους αξιωματικούς να σκοτώνουν ορισμένους επιβάτες. Όμως στην σχεδία δεν υπήρχαν τρόφιμα ή άλλες προμήθειες. Μέχρι να διασωθούν οι επιβαίνοντες έτρωγαν τις σάρκες των νεκρών για να επιβιώσουν. Όταν την δέκατη τρίτη ημέρα το πλοίο Argus εντόπισε την σχεδία βρήκε μόνο 15 από τους 147 επιβαίνοντες...
    Όταν τα όσα συνέβησαν αυτές τις 13 ημέρες έγιναν γνωστά από τις μαρτυρίες των επιζώντων, τέτοια ήταν η αποστροφή της γαλλικής κοινωνίας που παρουσίασε τον κανιβαλισμό, την απόγνωση και την ταλαιπωρία των επιβατών της σχεδίας της Μέδουσας σε πίνακες, όπως ο φημισμένος του Τεοντόρ Ζερικό (φωτογραφία),σε βιβλία, όπως το «Οι περιπέτειες του Αρθουρ Γκόρντον Πιμ από το Ναντάκετ» του Ε. Α. Πόου, που λαμβάνει χώρα πάνω στο φαλαινοθηρικό πλοίο «Γράμπος» ή στο μυθιστόρημα «Η σφίγγα των πάγων» του Ιουλίου Βερν, το οποίο γράφτηκε ως συνέχεια του βιβλίου του Πόου. 
      Η τραγική ιστορία πέρασε ακόμη και σε παιδικά τραγούδια... «΄Ηταν ένα μικρό καράβι...και τότε ρίξανε τον κλήρο να δούνε ποιος θα φαγωθεί...»
                                                                                άρθρο του Ν. Μίχου στο tvxs.gr


Να σημειωθεί πως το γαλλικό τραγούδι είναι ακόμη πιο μακάβριο από την ελληνική εκδοχή. Όπως τονίζεται στο σχετικό άρθρο της Βικιπαιδείας, ''η ελληνική έκδοση του τραγουδιού, διηγείται την ιστορία ενός μικρού καραβιού που παραμένοντας επί αρκετό καιρό στη Μεσόγειο θάλασσα δεν έχει πλέον άλλα τρόφιμα. Τότε οι ναύτες τραβώντας κλήρο αποφασίζουν ότι ο μικρότερος ανάμεσά τους θα φαγωθεί. Στην γαλλική του έκδοση, το τραγούδι συνεχίζει την εξιστόρηση και εκεί οι υπόλοιποι ναύτες συζητούν για το πώς θα μαγειρέψουν τον νεαρό άντρα και τι σως θα χρησιμοποιήσουν. Τότε εκείνος προσεύχεται στην Παναγία και σώζεται από ένα θαύμα'' 
Οι στίχοι του γαλλικού τραγουδιού: εδώ 

Ο ιστορικός Γιώργος Μαργαρίτης, σε σχετικό άρθρο του στην "Εφημερίδα των Συντακτών"(14/10/13) φέρνει τη "Μέδουσα" στο σήμερα:

   Το πλοίο "Μέδουσα" βρισκόταν σε επίσημη αποστολή και μετέφερε αξιωματούχους και επιβάτες –παλαιούς και νέους έποικους- προς τη Σενεγάλη, η οποία μόλις είχε επιστραφεί από τους Βρετανούς στη Γαλλία μετά το τέλος των Ναπολεόντειων πολέμων. Ο κυβερνήτης του πολεμικού ήταν ένας αριστοκράτης, ένας κόμης, εξόριστος στα ξένα από τον καιρό της Επανάστασης και του Ναπολέοντα, από το 1789. Ήταν άνθρωπος εμπιστοσύνης του νέου μοναρχικού καθεστώτος, της αριστοκρατικής Παλινόρθωσης, αλλά ολότελα άσχετος με την τέχνη της ναυσιπλοΐας. Με τη νεοαποκατασταθείσα αριστοκρατική του αυταρέσκεια ο καταστροφικός αυτός καπετάνιος απέκοψε το πλοίο από τον υπόλοιπο στόλο και το οδήγησε στις ξέρες της αφρικανικής ακτής. Το απολυταρχικό καθεστώς θέλησε να ξεχαστεί ετούτη η δυσάρεστη υπόθεση και εξέδωσε και τα σχετικά διατάγματα και τις σχετικές ερμηνείες για τις πράξεις των αρχόντων. Αντίθετα με τις επιθυμίες του ηγεμόνα και των υποτακτικών του όμως, το ναυάγιο της «Μέδουσας» έγινε η πιο διάσημη ναυτική τραγωδία στα παγκόσμια χρονικά. Καθώς οι πράξεις του καθεστώτος απαγορευόταν να σχολιαστούν στις εφημερίδες ή στους δρόμους, η τέχνη ανέλαβε το δύσκολο μέρος. Ο μεγαλύτερος ίσως των ζωγράφων της εποχής, ο Ζερικό, φιλοτέχνησε έναν αριστουργηματικό πίνακα που από το μέγεθός του μόνο (7 επί 5 μέτρα) έδειχνε την πρόθεσή του να κραυγάσει για τις ανομίες του καθεστώτος. 
    Επειτα την υπόθεση ανέλαβε ο λαός. Ολοι μας θυμόμαστε από τα παιδικά μας χρόνια το παιδικό αθώο τραγουδάκι που μιλά για ένα μικρό καράβι που ήταν αταξίδευτο. Στο οποίο, όπως λέει η ελληνική μετάφραση των γαλλικών στίχων, σε πεντ’-έξι εβδομάδες σωθήκαν «όλες, όλες, όλες οι τροφές». Και η τρομερή επωδός: «Και τότε ρίξανε τον κλήρο… να δούνε ποιος, ποιος, ποιος θα φαγωθεί…» Στα ανέμελα παιχνίδια όποιας ή όποιου ακουγόταν το όνομα -«και ο κλήρος πέφτει στην ή στον…»- περνούσε μια μικρή δοκιμασία ολότελα δυσανάλογη με την ανάλογη περιπέτεια των ναυαγών της σχεδίας, αυτούς όντως τους έτρωγαν οι απελπισμένοι πλησίον τους…
   Και έτσι για δύο ολόκληρους αιώνες κραυγάζουν –χωρίς ίσως να το γνωρίζουν- τα παιδιά όλου του κόσμου για τον άδικο χαμό των μακρινών συνανθρώπων τους, για τον πλήρη ευτελισμό της κοινωνικής λειτουργίας και της ανθρώπινης ζωής που ξεπήδησε από τη ματαιοδοξία του τυραννικού καθεστώτος. Στίγμα ανεξίτηλο για τα καθεστώτα που υπηρετούν τον πλούτο και την αυταρέσκεια των ολίγων σε βάρος της αξιοπρέπειας και της ζωής των πολλών.
   Μέρες του Οκτωβρίου 2013 που ζούμε, όπως τις ζούμε, στη ναυαγισμένη Ελλάδα. Στα νοσοκομεία, στους δήμους, στα σχολεία, στα Πανεπιστήμια, στους παιδικούς σταθμούς, στην καθαριότητα, στην κοινωνική πρόνοια, οι εργαζόμενοι ρίχνουν τον κλήρο να «δούνε ποιος, ποιος, ποιος θα φαγωθεί». Στα εργοστάσια, στα γιαπιά, στα μαγαζιά, στις επιχειρήσεις ο κλήρος πέφτει καθημερινά, αφήνοντας ολοένα και λιγότερους για τις αυριανές κληρώσεις.
    Ποιος ασήμαντος, δουλικός στους ισχυρούς, αγέρωχος στους αδύναμους, κυβερνήτης μάς φόρτωσε όλον τον ελληνικό λαό σε μια σχεδία και μας εγκατέλειψε στον ωκεανό χωρίς τρόφιμα και νερό; Ποιο ασήμαντο βρόμικο καθεστώς, υπερφίαλο χάρη σε ξένες εξουσίες και ξένες τράπεζες, ολότελα αδιάφορο για τα πάθη του λαού του μας γύρισε πίσω σε καιρούς κανιβάλων; Ποια άρχουσα τάξη που ενδιαφέρεται μόνο για τη δική της παρουσία και παραμονή στα σαλόνια του ευρωπαϊκού κεφαλαίου έκανε την τραγική ιστορία της «Μέδουσας» μέρος της δικής μας ζωής; Γιατί ηχεί επίκαιρα, άλλοτε αφιερωμένος στις διακοπές και τη σχόλη, ο στίχος «Και τότε ρίξανε τον κλήρο…/να δούνε ποιος, ποιος, ποιος θα φαγωθεί…»;
    Τι θα έχουμε να πούμε στα παιδιά μας αύριο όσοι επιζήσουμε από ετούτη τη δοκιμασία; Ότι τάχα μου, σε αντίθεση με τους ναυαγούς της «Μέδουσας», εμείς ρίξαμε τον κλήρο με «κριτήρια» και «μόρια» – πολιτισμένα δηλαδή; Ότι δεχτήκαμε τη μοίρα μας σκυφτά όπως θα έκανε ο κάθε ηττημένος; Ότι χωρίς περίσκεψη, χωρίς αιδώ, αποδεχτήκαμε τον ανίδεο καπετάνιο και το βρόμικο καθεστώς που κρυβόταν πίσω από αυτόν;
    Ετούτο το καθεστώς που μας έλαχε, ετούτη η άρχουσα τάξη που μας κυβερνά ολοένα και φέρνει πιο κοντά το απόλυτο δίλημμα: ο θάνατός σου, η ζωή μου. Εάν είναι έτσι, ας μη ζήσει λοιπόν. Ετούτο το φθινόπωρο, την άνοιξη που ακολουθεί, ας προετοιμάσουμε, ας ζήσουμε και εμείς το δικό μας 1830. Την εξέγερση η οποία θα σαρώσει τους άθλιους που εμφανίζονται ως ηγέτες της χώρας μας και ταγοί του λαού μας αλλά και όσους βρίσκονται πίσω από αυτούς –κρυμμένοι– και κανοναρχούν από τα ευρωπαϊκά σαλόνια τους τη μοίρα του λαού μας.
    Δεν μας αξίζει η τύχη των ναυαγών της «Μέδουσας».

Για τον πίνακα του Ζερικώ αξίζει να σταθούμε σε ορισμένα στοιχεία [από τη Βικιπαιδεία]:

  "Η γαλλική κυβέρνηση κατηγορήθηκε για τον διορισμό του ανεπαρκούς Σωμερύ ως κυβερνήτη της "Μέδουσας", που έγινε με μοναδικό κριτήριο την εύνοια του Λουδοβίκου του 18ου προς αυτόν, αλλά και για τα ανεπαρκή σωστικά μέσα με τα οποία ήταν εφοδιασμένη η φρεγάτα. Η υπόθεση έλαβε μεγάλη δημοσιότητα από την φιλελεύθερη αντιπολίτευση, την οποία ο Ζερικώ βοήθησε δημιουργώντας δύο λιθογραφίες για την εικονογράφηση ενός φυλλαδίου που εκδόθηκε ως "κατηγορητήριο" κατά της κυβέρνησης.
Ο Ζερικώ, πριν αρχίσει να δημιουργεί τον πίνακα, ερεύνησε το ιστορικό του ναυαγίου σε βάθος: Διάβασε το φυλλάδιο που έγραψαν δύο από τους επιζώντες του ναυαγίου, επισκέφθηκε τα νοσοκομεία στα οποία είχαν διακομιστεί οι επιζώντες και τα νεκροτομεία στα οποία είχαν μεταφερθεί οι σοροί των νεκρών, έριξε μια σχεδία στη θάλασσα για να διαπιστώσει τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφερόταν στα κύματα και σχεδίασε πολυάριθμα σκίτσα πριν καταλήξει στην τελική του σύνθεση Η επίσκεψή του στους επιζώντες κατέληξε όχι μόνο στην ακρόαση της αφήγησής τους αλλά και στη δημιουργία των σκίτσων τους. Επισκέφθηκε, επίσης, τον ξυλουργό του σκάφους, ο οποίος τού κατασκεύασε ένα μοντέλο της σχεδίας, που χρησίμευσε στον καλλιτέχνη στην δημιουργία των αρχικών σχεδιασμάτων. Αρχικά ο Ζερικώ  δεν είχε αποφασίσει σε ποιο επεισόδιο θα εστίαζε τον πίνακά του: Στην εξέγερση που σημειώθηκε, στον κανιβαλισμό, στον ενθουσιασμό της διάσωσης, πριν καταλήξει στο τελικό θέμα.   
   Οι μορφές διατάσσονται στον πίνακα σε δύο άνισες πυραμίδες που δημιουργούν τεμνόμενα μεταξύ τους τρίγωνα, συνηθισμένη πρακτική σε πίνακες της εποχής της Αναγέννησης και του μπαρόκ. 
Ο τρόπος διάταξής τους είναι τέτοιος, ώστε να μεγιστοποιείται η σχέση του θεατή με τον χώρο του πίνακα, από τον οποίο, ωστόσο, απουσιάζει ο "κεντρικός ήρωας". Ο θεατής ωθείται απευθείας στο κέντρο του έργου και ακολουθεί την προοπτική ροή των μορφών που εμφανίζονται πίσω και δεξιά. Στον ορίζοντα φαίνεται ένα πλοίο (ήταν το Argus και οι επιζώντες προσπάθησαν επί μισή ώρα να τραβήξουν την προσοχή του χωρίς να τα καταφέρουν), η απεικόνιση του οποίου έχει γίνει με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην είναι σαφές αν πλησιάζει ή αν απομακρύνεται. 
  Ο Ζερικώ επέλεξε να απεικονίσει αυτήν ακριβώς τη σκηνή της βουβής απελπισίας - μερικοί από τους επιζώντες έχουν γυρισμένη την πλάτη τους προς το πλοίο. Άλλοι πάλι στέκονται και αναμένουν ή προσεύχονται για τη διάσωσή τους. Οι υπόλοιποι προσπαθούν, με απελπισμένες κινήσεις, να τραβήξουν την προσοχή του πλοίου. Είναι ενδιαφέρον, ωστόσο, δεδομένης της πολιτικής του τοποθέτησης, το ότι δεν επέλεξε να απεικονίσει την προδοσία του κυβερνήτη της "Μέδουσας" ούτε άλλες σκηνές, όπως η ανταρσία ή ο κανιβαλισμός. Στη σκηνή ωστόσο δεν απεικονίζονται ούτε ανακούφιση ούτε χαρά με την προοπτική της διάσωσης. 
  Η επιρροή του πίνακα προς τον θεατή του προέρχεται τόσο από το μέγεθός του  ( διαστάσεις τεράστιες: 4,91× 7,16 μέτρα ) όσο και από την αμεσότητα της απεικονιζόμενης δράσης: Τα εγγύτερα προς τον θεατή σώματα έχουν σχεδόν διπλάσιες διαστάσεις από αυτές του θεατή και, μαζί με την ίδια τη σχεδία, συνωθούνται προς το βασικό επίπεδο της εικόνας. Η απεραντοσύνη του ωκεανού περιορίζεται σε ένα στενό "παράθυρο" προς τον ουρανό και τη θάλασσα. Το τελικό αποτέλεσμα 
είναι ο θεατής να νιώθει πως συμμετέχει στη δράση, σαν να είναι και ο ίδιος επιβαίνων στη σχεδία, και, ως αποτέλεσμα, συμπάσχει με τους επιβαίνοντες σε αυτήν ναυαγούς.
  Στα ωχρά σώματα δίνεται σκληρή έμφαση με στυλ παρόμοιο με το "chiaroscuro", δηλαδή των έντονων αντιθέσεων που δημιουργεί το φως του Καραβάτζιο. Ανάμεσα σε αυτούς που αδιαφορούν (ή δεν έχουν αντιληφθεί) την μακρινή παρουσία του πλοίου είναι δύο μορφές που ανακλούν τη μοναξιά και την απελπισία - ο ένας θρηνεί τον γιο του, ο άλλος θρηνεί την μοίρα του. Οι μορφές αυτές καταδεικνύουν την ρομαντική έμπνευση του Ζερικώ, που αποτελεί το έναυσμα του έργου του. Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι οι ναυαγοί της σχεδίας βρίσκονταν επί 13 ημέρες στον ωκεανό χωρίς επαρκείς προμήθειες, απεικονίζονται ως ρωμαλέοι και υγιείς.
 Το τελικό αποτέλεσμα, που αποπνέει κίνηση, συχνά περιγράφεται ως "μπαρόκ" ή Michelangelesque, δηλ. με ισχυρή επίδραση από τον Μιχαήλ Άγγελο: η απεικόνιση των μορφών προσομοιάζει με αυτήν του πίνακα του Μιχαήλ Αγγέλου "Η ημέρα της κρίσεως"  αλλά και την "Μεταμόρφωση" του Ραφαήλ

    




Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2014

πού πας καραβάκι με τέτοιο καιρό;



«Κανένα πλοίο δε σαλπάρει χωρίς καπνό και χωρίς δάκρυα.»
                                           Μ. Αναγνωστάκης

     «Πο πς καραβάκι,/ μ τέτοιον καιρό,
      σ
μάχεται θάλασσα,/ δν τ φοβσαι; 
      Γι χώρα πηγαίνω /πολ μακρινή,
      θ
φέξουνε φάροι /πολλο ν περάσω,
      βοριάδες, νοτιάδες /θ
βρ, μ θ φτάσω
      μ
πρίμο γεράκι, /μ᾿ κέριο πανί».
                         Ζ. Παπαντωνίου

ένα καράβι της φυγής...


                            Αρθούρος Ρεμπώ 
                    Le bateau ivre / Το μεθυσμένο καράβι
                   στα γαλλικά και σε 2 μεταφράσεις : εδώ
                       
Αρθούρε Ρεμπώ
απόψε θα μπω
στο μαύρο μεθυσμένο σου καράβι
μακριά ν' ανοιχτώ
σε κύκλο φριχτό
που ο κόσμος δεν μπορεί να καταλάβει...
                           Ν. Γκάτσος

   πλοίο/καράβι:

ΤΟ ΚΑΤΕΞΟΧΗΝ μέσο περιπλάνησης.

Βαρκούλες χάρτινες, σχεδίες ή τάνκερ.
Επιβατικά ή φορτηγά, τράτες ή τρεχαντήρια.
Σημαδεμένα από νόστους ή φευγιά, από κατακτήσεις ή ναυάγια.
Των πολλών που στοιβάζονται κι ασφυκτιούν,  
Των λίγων που κωπηλατούν,
Των δύο της βαρκάδας,
Του ενός που ψαρεύει,
Των εφοπλιστών και του λοστρόμου, 
Των ζωγράφων, των ποιητών, των σκηνοθετών…

Εμπνέουν ποικίλες διαθέσεις και αναλόγως βαφτίζονται:

       «μεθυσμένο καράβι» (Ρεμπώ)

       «σπασμένο καράβι» (Σκαρίμπας)

       «τρελοβάπορο» ( Ελύτης)

             αλλά και.. «Μικρός Ναυτίλος»… και

           «Η Αγγέλικα, ο Πολικός, οι Τρεις Ιεράρχαι
           Ο Ατρόμητος, η Αλκυών, η Ναυκρατούσα
                   το Μαράκι, το Έχει ο Θεός, η Ευαγγελίστρια»
                                           (Άξιον εστί: Δοξαστικό)
      

              Ο «Αρχάγγελος» του Βρεττάκου  


              «Ο Μέγας Ανατολικός» του Εμπειρίκου

               δύο φωτό από το φακό του εμπειρίκου:

       
              Το ''S/S Cyrenia'' του Καββαδία
     ''...Κουφός ο Σάλαχ το κατάστρωμα σαρώνει.
      Μ’ ένα ξυστρι καθάρισέ με απ’ τη μοράβια.
      Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
      Γιέ μου πού πας; Μάνα, θα πάω στα καράβια.'' (7 νάνοι στο S/S Cyrenia)

               

Καράβια σεφερικά:

«πετρωμένα», «άδεια», «κατελυμένα», «στοιχειωμένα», «βασανισμένα»
με κουπιά "σπασμένα"...


            «Κίχλη», «Αι Νικόλας»

            ΕΛΣΗ,ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ, ΑΜΒΡΑΚΙΚΟΣ,
                       ΑΓ     ΩΝΙΑ 937
                        Α/π Αυλίς»



                             «Αργώ»
Τα παραμύθια μου τα ’μαθα κοντά στα καράβια
όχι από ταξιδιώτες μήτε από θαλασσινούς
μήτε απ’ τους άλλους που προσμένουν στα μουράγια
παντοτινά ξέμπαρκοι ψάχνοντας τις τσέπες τους για τσιγάρο.
Πρόσωπα καραβιών κατοικούν τη ζωή μου·
άλλα κοιτάζουν μ’ ένα μάτι σαν τον Κύκλωπα
ακίνητα στου πελάγου τον καθρέφτη
άλλα προχωρούν σαν υπνοβάτες, επικίνδυνα
κι άλλα τα πήρε ο ύπνος του βυθού
ξύλα σκοινιά καραβόπανα κι αλυσίδες.
Στο δροσερό σπιτάκι του περιβολιού
ανάμεσα στα καβάκια και τους ευκάλυπτους
κοντά στο σκουριασμένον ανεμόμυλο
κοντά στην κίτρινη δεξαμενή μ’ ένα χρυσόψαρο μονάχα
στο δροσερό σπιτάκι μυρίζοντας λυγαριά
βρήκα ένα μπούσουλα καραβίσιο
αυτός μου ’δειξε τους αγγέλους των καιρών
που κατοικούν την καταμεσήμερη σιγή.
                                                   Γ. Σεφέρης

''Αργώ'', Ν. Εγγονόπουλου

 Μία από τις μακροβιότερες αλληγορίες που μας κληροδότησε η ελληνική αρχαιότητα 
 είναι η εικόνα του σκάφους της πολιτείας που ταξιδεύει στο τρικυμισμένο πέλαγος
Αλκαίος, Θέογνις, Αισχύλος, Σοφοκλής, Πλάτωνας κ. ά.
                   Ενδεικτικά δες  εδώ  

        Σύγχρονες εκδοχές του σκάφους της πολιτείας:

                                                      Ο. Ελύτη, Το τρελοβάπορο

Βαπόρι στολισμένο βγαίνει στα βουνά
  κι αρχίζει τις μανούβρες «βίρα-μάινα»

Την άγκυρα φουντάρει στις κουκουναριές
  φορτώνει φρέσκο αέρα κι απ’ τις δυο μεριές

Είναι από μαύρη πέτρα κι είναι απ’ όνειρο
  κι έχει λοστρόμο αθώο ναύτη πονηρό

Από τα βάθη φτάνει τους παλιούς καιρούς
  βάσανα ξεφορτώνει κι αναστεναγμούς

Έλα Χριστέ και Κύριε λέω κι απορώ
  τέτοιο τρελό βαπόρι τρελοβάπορο

Χρόνους μας ταξιδεύει δε βουλιάξαμε
  χίλιους καπεταναίους τούς αλλάξαμε

Κατακλυσμούς ποτέ δε λογαριάσαμε
  μπήκαμε μέσ’ στα όλα και περάσαμε

Κι έχουμε στο κατάρτι μας βιγλάτορα
  παντοτινό  τον Ήλιο τον Ηλιάτορα!

             Νικ. Βρεττάκος

      Τό ταξίδι τοῦ Ἀρχάγγελου (απόσπασμα)

Τὸ σκάφος τοῦτο, ποὺ σοφὸ τιμόνι
τὸ πέρασε ἀπὸ χίλιες καταιγίδες,
ποὺ ἄστραψε στὰ νερὰ τῶν ἀνοιγμένων
ἀβύσσων τ’ οὐρανοῦ· το σκάφος τοῦτο,
ποὺ ἀμφέβαλλαν γιὰ τὴν καταγωγή του
τῶν θαλασσῶν οἱ ὁρίζοντες, ποὺ κλάψαν
μπρὸς στὸν ἡρωϊσμό του τὰ στοιχεῖα
καὶ ποὺ σ’ αἰωνιότητες καθρέφτισε
τὴ μεθυσμένη πλώρη του, μεσίστια
κατέβασε τὴ σημαία του· κι οἰ ναῦτες,
ἄγρυπνοι, θλιβεροί, καταισχυμένοι
μὲ ματωμένα πρόσωπα προσεύχονται…
[...]
Δέσετε αὐτὸ τὸ ἀναρχημένο σκάφος,
τὸ σκάφος τοῦτο τὸ καταραμένο,
ποὺ ἔχει παρεξηγήσει τὴ γενιά του
κι ὡς τίποτε τὸ γήϊνο νὰ μὴν ἔχει,
σπρωγμένο ἁπ’ τὸ παράξενὸ του πάθος,
τὴν τραγική του μοίρα, ὅλους τοὺς κάβους
τῆς γῆς ἄφησε πίσω του! Γυρίστε,
δὲν εἶναι αὐτοῦθε ὁ κόσμος! Θυμηθῆτε
μιὰ μέρα μοναχά· μόνο μιὰ νύχτα.
[...]
Στὸν οὐρανό, στὴν κόλαση, στ’ ἀστέρια.
στὶς ὄχθες καὶ στὰ βάθη τῆς θαλάσσης,
ἄγγελοι, ἀνθρῶποι, δαίμονες, λουλούδια,
τὰ δέντρα, τὰ κοράκια, οἱ κρεμασμένοι,
προσευχηθεῖτε ἀπόψε ν’ ἀναπαύσει,
νὰ συμπονέσει ὁ Θεὸς καὶ ν’ ἀναπαύσει
τὸ σκάφος τοῦτο καὶ το’ πλήρωμά του. 


Άσπρα καράβια τα όνειρά μας /για κάποιο ρόδινο γιαλό..;


            ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ

      Καράβι καραβάκι, άκουσε τον πόνο μου...


       Ένα καράβι από τη Χιο..

Τρεις καλοήροι Κρητικοί και τρεις 'που τ' Άγιον Όρος
καράβιν αρματώσανε..



Καράβι μου, καραβάκι/τι φέρνεις στο κοριτσάκι;/Προίκα της φέρνω για να παντρευτεί.
Και ποιο να πάρει γαμπρό της;/αχ ! τον κακό τον καιρό της !/τόσο που βιάζεται να παντρευτεί.
Λέω να πάρει τον ράφτη /το γιο του καντηλανάφτη/μια και βιάζεται να παντρευτεί.
Άμα της δώσουμε ράφτη /πάει η νυφούλα μας, κλάφ' τη !
τραγούδι: Σ. Γιαννάτου, Αλ. Ιωαννίδης, Δ. Γαλάνη, Μ. Φαραντούρη, Β. Παπ/νου, Δ. Δημοσθένους 


         ΤΟΥ ΤΣΙΤΣΑΝΗ


      ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Καράβι κόκκινο, καράβι κόκκινο πάει
Πάνω από θάλασσες, πάνω από λίμνες πετάει
Το σφυροδρέπανο πέφτει στο κύμα και σπάει
Κι απ’ την ανάποδη την ιστορία γυρνάει..
Στο Βερολίνο το τείχος περνάει και στο Πεκίνο το δράκο ξυπνάει..
Στο Βερολίνο με βότκα μεθάει και στο Πεκίνο μια νύχτα τα σπάει..

από το "Βλέμμα του Οδυσσέα" του Θ. Αγγελόπουλου

από του Κυνηγούς'' του Θ. Αγγελόπουλου


από το ''Sweet movie" του Dusan Makavejev [μουσική Μ. Χατζιδάκι]


ένα καράβι, παλιό, σαπιοκάραβο..

το πειρατικό του captain Jimmy..


"Με το καράβι του Θησέα σ' αφήσαμε στη Νάξο.
Γυμνή, μ' ένα στα πόδια σου θαλασσινό σκουτί.
Σε ποιες σπηλιές εκρύφτηκες και πως να σε φωνάξω;
Κοστάρω κι όλο με τραβάει μακριά το καραντί...''
                                            Ν. Καββαδίας

        ΤΙΤΑΝΙΚΟΣ

               Το πλοίο (Ο Τιτανικός)

Ἐκεῖ, πρὸς τὶς γραμμὲς τοῦ Νότιου ἀπείρου
περήφανο ὡς λικνίζονταν τὸ πλοῖο
μὲ δυὸ γλαρὰ φουγάρα καὶ ὀνείρου
φῶτα χρυσὰ – ἡ Κυρία μ’ ἕνα βιβλίο,
στὸ χέρι ἐμελαγχόλει… Τί θεία ὥρα
στὰ βὰλς ποὺ ἡ σάλα ἀντήχει κι εἶχεν ἔβγει
μισή φωτιά, ἡ σελήνη!… Καὶ τί φιόρα
οἱ ἔξωμες μηλαῖδες καὶ τὰ ζεύγη,
ποὺ ὡραία στροβιλίζονταν. Ἡ μπάντα
ποὺ ἀνύποπτους σὲ μέθη αἰθέρια ἐώρει!
Καὶ ἡ Κυρία –ὤωω!…- ποὺ ἐκράτει πάντα
ἐκεῖνο τὸ βιβλίο… Τὸ βαπόρι
στὸ πέλαο ποὺ ἀγάλι ἔκανε κράτει…
Ὢ ἡ Κυρία, ἡ Κυρία αὐτὴ ἡ μοιραία
μὲ πάντα τὸ βιβλίο – τώρα – ὢ νάτη –
κρυφὰ τὸ σκᾶ ἀπ’ τὴν πόρτα κι εἶν’ ὡραία,
μὰ ὠχρή… Ἐνῶ τὸ πλοῖο πλέει (ἢ δὲν πλέει;)
τὸν πλοίαρχο κρατεῖ κι ἀχνὴ καὶ κρύα:
«Γροίκισα σὰν κάποιο τίναγμα…», τοῦ λέει.
– Μὰ βέβαια, βυθιζόμεθα Κυρία!…
                      Γ. Σκαρίμπας 


                               



  








Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2014

ταξίδι/ταξίδια αναχώρησης ή επιστροφής..[με αφορμή την Ιθάκη του Καβάφη]

Σαν βγεις στον πηγαιμό...
                                             Σύμφωνα με τον Μαρωνίτη:
"Η Ιθάκη, που προβάλλεται πρωτίστως ως νόστος και επιστροφή στον πατρικό θύλακο, στο ποίημα του Καβάφη απαξιώνεται και αντ' αυτής της αξίας αναβαθμίζεται το ίδιο το ταξίδι με τους κινδύνους και τις απολαύσεις του. Εξάλλου ο ίδιος έχει γράψει ένα εξαιρετικά σημαντικό ποίημα, σε πρώιμη φάση συνταγμένο, που το ονομάζει «Δευτέρα Οδύσσεια»(ΕΔΩ) Σ' αυτό, ούτε λίγο ούτε πολύ βάζει τον Οδυσσέα να έχει βαρεθεί τον πατρικό οίκο και γενικότερα τα συμβαίνοντα στην Ιθάκη και να παίρνει των ομματιών του για ένα νέο ταξίδι. Σ' αυτή την περίπτωση χρησιμοποιεί ένα ομόθεμο, αλλά πολύ πιο φρόνιμο ποίημα του Τένισον(ΕΔΩ). Βέβαια, για να μη μας παρεξηγήσουν, μια δεύτερη αποδημία του Οδυσσέα προβλέπεται και στην Οδύσσεια. Εδώ, όμως, ο Καβάφης της αλλάζει τον αδόξαστο.'' 

    --ενδεικτική η επιλογή του ρήματος στην αρχή του ποιήματος: "Σα βγεις..''
    
  --περισσότερα για την καβαφική "Ιθάκη'' ως ποίημα αναχώρησης, 
     και γενικά για το μύθο της επιστροφής του ''Οδυσσέα'' σε Καβάφη, Σεφέρη, Ελύτη, 
                                                             δες ΕΔΩ



         Ιθάκες στην ελληνική ποίηση: ΕΔΩ
            το ποίημα σε κόμιξ: ΕΔΩ

''Δεν υπάρχει καπνός μήτε ορίζοντες.
Άλλον ορίζοντα δεν έχουν πια οι ορίζοντες.''
                      Ρίτσος, Εμβατήριο του Ωκεανού


''Heureux qui, comme Ulysse, a fait un beau voyage..''
Joachim Du Bellay

''Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα...''
              Γ. Σεφέρης, Πάνω σ' έναν ξένο στίχο (ΕΔΩ)



''Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε/το καλοκαίρι αυτό./Για ποιαν ανέλπιστη χαρά,
για ποιες αγάπες,/για ποιο ταξίδι ονειρευτό.'' (καρυωτάκης)



το ταξίδι στη λογοτεχνία εξετάζεται στις οικείες ενότητες των σχολικών εγχειριδίων Α' και Β' Γυμνασίου: ΕΔΩ και ΕΔΩ

κυρίως όμως στο εξαιρετικό εγχειρίδιο της Κύπρου
με τίτλο '' Ο λόγος ανάγκη της ψυχής'',
για τη Β' Γυμνασίου: ΕΔΩ (βιβλίο μαθητή)
και ΕΔΩ (βιβλίο καθηγητή)

από εδώ, ''λογοτεχνία του δρόμου":

    ''Είχε ψιλή βροχή και μυστήριο απ’ την αρχή του ταξιδιού. Καταλάβαινα πως όλο αυτό θα κατέληγε σε μια μεγάλη εποποιία ομίχλης. «Ούου!», ξεφώνισε ο Ντην. «Ξεκινάμε!». Κι έσκυψε πάνω στο τιμόνι και τού ’δωσε να καταλάβει· ήταν και πάλι στο στοιχείο του, τό ’βλεπες. Πετούσαμε όλοι στα σύννεφα, όλοι μας καταλαβαίναμε πως πίσω μας αφήναμε τη σύγχυση και το παράλογο κι ότι εκτελούσαμε το μοναδικό κι ευγενικό μας λειτούργημα στο χρόνο, την κίνηση. Και κινιόμασταν! Περάσαμε σαν αστραπή, κάπου μέσα στη νύχτα του Νιου Τζέρσυ, τα μυστηριώδη λευκά σύμβολα που δείχνουν: ΝΟΤΟΣ (μ’ ένα βέλος)  και ΔΥΣΗ (μ’ ένα βέλος). Και κάναμε προς Νότο. Νέα Ορλεάνη! Φάνταζε στη σκέψη μας. Αφήνοντας τα βρώμικα χιόνια της «Παγωμένης κι αποκαμωμένης Νέας Υόρκης», όπως την έλεγε ο Ντην, τρέχαμε προς τη βλάστηση και τις ποταμίσιες μυρωδιές της γέρικης Νέας Ορλεάνης, τον πεντακάθαρο πάτο της Αμερικής· μετά προς τα δυτικά. Ο Εντ ήταν στο πίσω κάθισμα· η Μεριλού, ο Ντην κι εγώ καθόμασταν μπροστά και κουβεντιάζαμε με πάθος για τις καλοσύνες και τη χαρά της ζωής. Ο Ντην έγινε ξαφνικά τρυφερός. «Τώρα, διάβολε, κοιτάξτε όλοι σας, πρέπει να παραδεχτούμε όλοι μας, πως όλα είναι ωραία και πως δεν είναι ανάγκη ν’ ανησυχούμε σ’ αυτό τον κόσμο και, πράγματι, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε τι
μπορεί να σημαίνει για μας να ΚΑΤΑΝΟΗΣΟΥΜΕ ότι ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ δεν έχουμε ν’ ανησυχούμε για ΤΙΠΟΤΑ. Δεν έχω δίκιο;» Ήμασταν όλοι σύμφωνοι. «Εμπρός, πάμε, όλοι μαζί… Τι κάναμε στη Νέα Υόρκη; Ας τα ξεχάσουμε». Όλοι είχαμε αφήσει εκεί πέρα τους καβγάδες μας. «Όλ’ αυτά είναι πίσω μας, πίσω από μίλια και κατηφοριές. Τώρα κατευθυνόμαστε για τη Νέα Ορλεάνη για να βρούμε τον Ολντ Μπουλ Λη·* δεν θά ’ναι υπέροχα, ε; κι έπειτα ακούστε, αν θέλετε, αυτό το γερο-τενόρο που ξελαρυγγίζεται» –δυνάμωσε τόσο την ένταση του ραδιοφώνου που το αυτοκίνητο έτριζε– «και ακούστε τον να λέει την ιστορία του, και βρείτε έτσι την αληθινή ανάπαυση και τη γνώση». 
       Χοροπηδούσαμε όλοι με τη μουσική και συμφωνήσαμε. Η καθαρότητα του δρόμου. Η λευκή γραμμή στη μέση του αυτοκινητόδρομου ξετυλιγόταν και έγλειφε το μπροστινό αριστερό μας λάστιχο σαν νά ’ταν κολλημένη στην πλώρη μας. Ο Ντην έσκυβε τον μυώδη του λαιμό, ήταν με τη φανέλα εκείνη τη χειμωνιάτικη νύχτα, και οδηγούσε το αυτοκίνητο κατευθείαν μπροστά". 
                                                                                   Τζακ Κέρουακ, Στο δρόμο

     άρθρα για το συγγραφέα: εδώ και εδώ



Σαφείς αναφορές στο "Δρόμο'' του Κέρουακ και την κουλτούρα της περιπλάνησης
στο ποίημα "Ο δρόμος '' του Ανδρέα Εμπειρίκου: εδώ

και στο ποίημα "Beat, beat, beatitude and love and glory", γραμμένο για τον Κέρουακ:

  "Ανοίξτε τα παράθυρα, ανοίξτε τις ψυχές σας, o Κερουάκ διαβαίνει Μουσηγέτης, Διόνυσος μαζί και Απόλλωνας[...]''   (Η συνέχεια:  εδώ )

   "Η ατελεύτητη κίνηση αποτελεί μ’ αυτά τα δεδομένα θεμελιακό συστατικό μιας ποίησης εποχούμενης, ιπτάμενης, ρέουσας, καλπάζουσας και παφλάζουσας. Όλα τα σύμβολα, οι εικόνες και τα θεματικά μοτίβα (ταξίδι, άνωση, εναλλαγή των εποχών κτλ.) υποβάλλουν την αίσθηση ενός διαρκούς γίγνεσθαι: η πλεοναστική συσσώρευση των κινήσεως σημαντικών λέξεων όπως δρόμος, λεωφορείο, υπερωκεάνειο, σιδηρόδρομος, ποδήλατο, αεροπλάνο, αερόστατο, η παρομοίωση —ακόμη— του ποιήματος με ποταμό, κρουνό, καταρράκτη, κρήνη, πίδακα και η εμφατική προβολή των ρηματικών τύπων κωπηλατώ, εισελαύνω, πηδώ, κτυπώ, πλέχω, ρέω, διασχίζω κτλ., δηλώνουν αφενός την αποστροφή για κάθε στατική περιγραφή και παράλληλα —σε μεταφορικό  επίπεδο— εξομοιώνουν την κίνηση (και την ποίηση) με τη λυτρωτική ερωτική δράση"
       Παντελής Βουτουρής, Η συνοχή του τοπίου. Εισαγωγή στην ποιητική του Ανδρέα Εμπειρίκου



   ''Αυτή είναι μια καινούρια φάση της περιπέτειας. Είχαμε συνηθίσει να τραβάμε την προσοχή με το πρωτότυπο ντύσιμό μας και τη θρυλική Ποδερόσα, που το αγκομαχητό της προκαλούσε τη συμπόνια όσων μας φιλοξενούσαν, αλλά κατά κάποιο τρόπο ήμαστε δυο ιππότες του δρόμου. Ανήκαμε στην «περιπλανώμενη αριστοκρατία» και δεν μπορούσαμε να υπολογίζουμε στα διαπιστευτήριά μας, που εντυπωσίαζαν βαθιά. Τώρα πια δεν είμαστε παρά δύο «μουσάτοι» με το δισάκι στον ώμο και όλη τη βρόμα του δρόμου κολλημένη στα μακριά πλεκτά μας, κατάλοιπα της περασμένης αριστοκρατικής μας υπόστασης. 
   Ο οδηγός του φορτηγού μας είχε αφήσει στο πάνω τμήμα της πόλης, στην είσοδό της, και εμείς σέρναμε με βήμα κουρασμένο τους σάκους μας στο δρόμο κάτω από τα περίεργα ή αδιάφορα βλέμματα των περαστικών. Πέρα μακριά διακρινόταν το λιμάνι, με το σαγηνευτικό λαμπύρισμα των σκαφών, ενώ η θάλασσα, σκούρα και γοητευτική, μας καλούσε με τη διαπεραστική μυρωδιά της, τρυπώντας μας τα ρουθούνια. Αγοράσαμε ψωμί – θα ανακαλύπταμε πως το ίδιο ψωμί που μας φάνηκε τόσο ακριβό τούτη τη στιγμή θα ήτανπολύ φτηνό όταν θα απομακρυνόμασταν προς το Βορρά– και συνεχίσαμε να κατηφορίζουμε το δρόμο. Ο Αλμπέρτο ήταν εμφανώς κατάκοπος, ενώ εγώ, χωρίς να δείχνω την κούρασή μου, ένιωθα όπως αυτός. Όταν φτάσαμε λοιπόν σ’ ένα γκαράζ φορτηγών, αιφνιδιάσαμε τον επιστάτη με μια σωστή παράσταση τραγωδίας: του διηγηθήκαμε πολύ παραστατικά τα παθήματά μας σε όλο το δρόμο από το Σαντιάγο ως εκεί. Ο γέροντας μας άφησε να κοιμηθούμε πάνω σε κάτι ξύλινες τάβλες συντροφιά με κάποια πολύ ενοχλητικά παράσιτα.''  
                           Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, Ημερολόγια μοτοσικλέτας, εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα 1994 



--δύο μέσα περιπλάνησης στη λογοτεχνία:
               ΤΡΑΙΝΟ: ΕΔΩ                     ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ: ΕΔΩ

    


--αφιέρωμα του περιοδικού ΔΙΑ-ΚΕΙΜΕΝΑ: ΕΔΩ
    όπου εξετάζονται και οι ''Δισταχτικοί ταξιδιώτες, απραγµατοποίητα ταξίδια: ο
    απόηχος ενός ροµαντικού µοτίβου στα διηγήµατα του Γ. Βιζυηνού''    
     

--αφιέρωμα του περιοδικού ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ: "Γραφές της περιπλάνησης''  ΕΔΩ
 (το ίδιο περιοδικό αφιέρωσε ακόμη δύο τεύχη στις ''γραφές της περιπλάνησης:
   τεύχος 32, καλοκαίρι 1987 και 33-34, σεπτέμβριος-οκτώβριος 1987)
--περιοδικό Η λέξη, τχ 133(Μάης-Ιούνης 1996)
-- Μ. Ι. Γιόση, Άννα Κατσή, Μαρία Λαϊνά (επιμ.), Η Περιπλάνηση «σαν αρχή μέθης»,
Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 1994 [ανθολόγηση διηγημάτων: Βιζυηνός, Δούκας, Εφταλιώτης, Καραγάτσης, Κόντογλου κά.]

     

--Το ταξίδι: από τους αρχαίους έως τους νεότερους χρόνους: ΕΔΩ
Μεταξύ των μελετών: η ''αταξίδευτη λογοτεχνία'' της Α. Καστρινάκη
 
          της Καστρινάκη και τα εξής:
     « Μορφές του Οδυσσέα στον 20ό αιώνα». Στον τόμο «Η λογοτεχνία, µια σκανταλιά, µια διαφυγή ελευθερίας», εκδ. Πόλις, Αθήνα 2003, σ. 214-241
     «Γυρίστε στο Βοριά τη ρότα του καραβιού. Τα ξάρτια αντέχουν: το θριαμβευτικό "ταξίδι" της απελευθέρωσης και η πικρή ‘‘επιστροφή’’ (1943-1950)», Πόρφυρας, τχ. 116 (καλοκαίρι 2005), σ. 265-282.
     «Δεν το ’ξερα πως ήμουν πλασμένος να ’ρθω μια μέρα πίσω στα σκονισμένα μονοπάτια : το ανεκπλήρωτο όνειρο του ταξιδιού και οι αμφισημίες μιας επιστροφής», Θέματα Λογοτεχνίας, τχ. 30 (χειμώνας 2005), σ. 18-27. [το ταξίδι στον Αναγνωστάκη]
    «Το όνειρο του ταξιδιού στα Ψάθινα καπέλα της Μαργαρίτας Λυμπεράκη»,Εκδοτικά και ερμηνευτικά ζητήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. 7η Επιστημονική συνάντηση αφιερωμένη στην Ελένη Τσαντσάνογλου, Θεσσαλονίκη 1998, σ.367-386.
             
                             
              το θέμα του ταξιδιού στα δημοτικά τραγούδια






Ο κύριος  Φογκ πάει διακοπές

Είπε κάποτε ο κύριος Φογκ
να πάει διακοπές. 
- Βαθιά μέσα σε μια πολυθρόνα
έχω μπροστά μου μια θάλασσα
σκέφτηκε αμέσως.
Πού να πηγαίνω τώρα σε άλλη
αφού είναι ίδια
όλ' η θάλασσα.
Εξάλλου εγώ δεν κολυμπώ
διότι δεν είμαι ψάρι. 
- Βουνό λοιπόν
αναφώνησε ο κύριος Φογκ
και γύρισε
από την άλλη μεριά
την πολυθρόνα του.
         Γ. Βαρβέρης


παράλληλο κείμενο για την Ιθάκη:
  Η πόλις

Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις—
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.

►Το ποίημα έχει τη μορφή διαλόγου: 
στην πρώτη στροφή κάποιος (Α.) εκφράζει την απόφασή του να πάει «σ’ άλλη γη, σ’ άλλη θάλασσα» και στη δεύτερη κάποιος άλλος (Β.) του απαντά: «δεν θάβρεις άλλες θάλασσες...πάντα στην πόλι αυτή θα φτάνεις».
α]ποιος μπορεί να είναι ο Α. και ποιος ο Β. ;[ενδέχεται να είναι το ίδιο πρόσωπο;]

β]γιατί ο ένας επιθυμεί να φύγει και γιατί ο άλλος τον αποθαρρύνει ; 


Σύντομος Βιογραφία του Ποιητού Kωνσταντίνου Kαβάφη (και του καθενός μας – άλλωστε)

   ...δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
                          K. KABAΦH H πόλις

νταλγκαδιασμένος και βαρύς 
γυρνάει τα στενορρύμια
της πολιτείας της άχαρης
που τρώει τα σωθικά του

σ' αυτήν εδώ γεννήθηκε
σ' αυτή θε ν' αποθάνη
εδώ πίκρες τον πότισαν κρουνηδόν

εδώ τον βασανίσαν
μόνος του
πίστεψε - φορές -
πως τη χαράν ευρήκε σπανίως

κάποτε θέλησε κι' αυτός
κάπου μακρυά να φύγη
μα εκατέβη στο γιαλό
και δεν είχε καράβι
          
           Νίκος Εγγονόπουλος


         Ιθάκη   ,  Πόλις  ...  τι απομένει;

           Απολείπειν ο θεός Aντώνιον    


Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές—
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που χάνεις. 






υστερόγραφο
[ανορθόδοξο βιογραφικό σημείωμα του Κ.Π.Καβάφη]
από το περιοδικό ''η λέξη'' [174, Μάρτ.-Απρ. 2003]