Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2011

σχετικά με την κρίση [τη λένε οικονομική..]


Από τον Αντονιόνι στο Fight Club  [απόσπασμα απ’ το Deptocracy, εκδ. Λιβάνη]

      Μεσημέρι Αυγούστου στη Γουόλ Στριτ.  Ένας ελαφρώς αχτένιστος νεαρός,  γύρω στα τριάντα, παρατηρεί το κτίριο του χρηματιστηρίου. Λίγες μέρες αργότερα θα γράψει τις παρακάτω γραμμές στο σημειωματάριό του: «Κάτω από τη Γουόλ Στριτ υπάρχει ένας σταθμός του μετρό και αν κάποιος τον γέμιζε με δυναμίτη και τον ανατίναζε, τότε το μικρό δρομάκι θα πήγαινε στο διάολο. Θα έβλεπες να πετάνε στον αέρα όλα τα βιβλία των συναλλαγών, οι τίτλοι ιδιοκτησίας, οι μετοχές  και τα στοιχεία του ξένου χρέους». Ο νεαρός της ιστορίας μας άκουγε στο όνομα Βλαντιμίρ Βλαντιμίροβιτς Μαγιακόφσκι
και είχε μόλις φτάσει στη Νέα Υόρκη σε ένα από τα τελευταία ταξίδια της ζωής του – πέντε χρόνια πριν ακουμπήσει την κάννη του όπλου του στον κρόταφό του και τραβήξει τη σκανδάλη.
    To «όραμά» του ίσως να θυμίσει σε ορισμένους την ταινία V for Vendettaa και την προσπάθεια του Βρετανού καθολικού Γκάι Φοκς να τινάξει στον αέρα το βρετανικό κοινοβούλιο με τη Συνωμοσία της Πυρίτιδας, στις 5 Νοεμβρίου του 1605 («Remember, Remember the 5th of November»). Οι ελαφρώς παλαιότεροι ίσως να το συνδέσουν με την τελευταία σκηνή του Fight Club, όταν οι ήρωες ανατινάζουν σύμβολα του αμερικανικού χρηματοπιστωτικού συστήματος.
    Αυτό όμως που ούτε ο Μαγιακόφσκι ούτε ο σκηνοθέτης του Fight Club φάνηκε να συνειδητοποιούν είναι ότι οι πιο ηχηρές εκρήξεις που ακούγονται στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα δεν προκαλούνται από μεγάλες ποσότητες δυναμίτη,  αλλά από το σκάσιμο κάποιας φούσκας.  Όπως αυτή που έσκασε τον Οκτώβριο του 1929 στη Γουόλ Στριτ ή το Σεπτέμβριο του 2008 με την κατάρρευση της Lehman Brothers. Ο μεγάλος Ρώσος ποιητής, όπως και οι Αμερικάνοι δημιουργοί του Fight Clubb ονειρεύονταν
τις εκρήξεις τους,  όταν το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα έδειχνε να σφύζει από δυναμισμό και ενεργητικότητα.  Όταν,  δηλαδή,  η φούσκα μεγάλωνε αθόρυβα επιτρέποντας στους θιασώτες του συστήματος να μιλούν για το «τέλος της ιστορίας» και να ονειρεύονται την απόλυτη κυριαρχία τους έναντι των πολιτικών, οικονομικών και ιδεολογικών τους αντιπάλων.
     Ίσως,  λοιπόν, η κινηματογραφική έκρηξη που θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε καλύτερα τη σημερινή εικόνα της παγκόσμιας οικονομίας να ανήκει στον Μικελάντζελο Αντονιόνι και την ταινία του Zabriskie Pointt. Μια γιγαντιαία μπάλα φωτιάς καταπίνει ένα ολόκληρο σπίτι και τινάζει στον αέρα τα μικροαστικά όνειρα της μεταπολεμικής γενιάς των baby boomers. Ψυγεία, πλυντήρια και καρέκλες πραγματοποιούν τον τελευταίο τους χορό στον αέρα πριν συνθλιβούν στο έδαφος.  Γυρισμένη το 1970, η ταινία αποτυπώνει μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα το τέλος μιας εποχής συνεχούς οικονομικής ανάπτυξης,
υψηλών εισοδημάτων και αυξανόμενης ζήτησης που ακολούθησε το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. (Για ειρωνεία της τύχης, η ταινία είχε την ίδια μοίρα με το οικονομικό σύστημα που κατέκρινε – χαρακτηρίστηκε ως η μεγαλύτερη εμπορική αποτυχία στην ιστορία του κινηματογράφου.)





τρόποι αντιμετώπισης : 


1. να την αγνοήσεις [αν μπορείς..]




2. να την καταλάβεις [όσο μπορείς]


3.α) να την αλλάξεις [θες;]


3.β) κι αν φας τα μούτρα σου;


Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει

όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα

έβλεπα τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω

πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.


Μιλάτε, δείχνετε πληγές, αλλόφρονες στους δρόμους
Τον πανικό που στραγγαλίζει την καρδιά σας σα σημαία
καρφώσατε σ'εξώστες, με σπουδή φορτώσατε το εμπόρευμα
Η πρόγνωσή σας ασφαλής: θα πέσει η πόλις.
                                                          μ. αναγνωστάκης




Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2011

ο εθνικός μας ύμνος πάντα εμπνέει..

"απ' τα κόκαλα βγαλμένα" : βιβλίο-ταινία


ένας ειδικευόμενος ορθοπεδικός, μια ορθοπεδική κλινική,οστά,νάρθηκες,η ελλάδα στο γύψο, η ελευθερία με πολλαπλά κατάγματα..  


στους τίτλους έναρξης της ταινίας ακούγεται η αυθεντική εκδοχή του Ύμνου του Σολωμού που μελοποίησε ο Ν. Μάντζαρος,
ενώ στους τίτλους τέλους η διασκευή απ' το συγκρότημα Burger Project :
πότε ο εθνικός ύμνος γίνεται "i will survive '' και πότε μουσική γουέστερν..


δείτε την ταινία στο vimeo

Ένα ξεκαρδιστικό μυθιστόρημα

Η ταινία “Απ’ τα Κόκαλα Βγαλμένα” βασίζεται σε αληθινά γεγονότα τα οποία κατέγραψε ο Γιώργος Δενδρινός στο ομώνυμο βιβλίο του
                                                    
Για κάποιον λόγο που απαιτεί κοινωνιολογική ανάλυση, η ελληνική πεζογραφία κατά κανόνα αποφεύγει να ασχολείται με όλα όσα συμβαίνουν τριγύρω μας. Το γιατί, δύσκολα μπορούμε να το κατανοήσουμε καθώς απ’ όλα διαθέτει η οικονομικοπολιτική μας ζωή: και σεξουαλικά σκάνδαλα και οικονομικές ατασθαλίες, και διαπλοκές και κουμπαριές, και εκτόξευση άχρηστων στην κοινωνική κορυφή και ξαφνικές, βροντώδεις κατρακύλες – όλα όσα μ’ άλλα λόγια θα μπορούσαν να τροφοδοτήσουν μια συναρπαστικότατη πλοκή. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, το μυθιστόρημα του Γιώργου Δενδρινού «Απ’ τα κόκαλα βγαλμένα» (Κέδρος, σελ. 387) είναι αξιοπρόσεκτο: Διότι όντας ξεκαρδιστικό, αναλαμβάνει ταυτόχρονα να απεικονίσει αυτό που όλοι μας γνωρίζουμε, κι άλλοτε κάνουμε πως δεν το βλέπουμε, άλλοτε παριστάνουμε πως δεν μας πειράζει, άλλοτε πάλι γκρινιάζουμε κι άλλοτε βλαστημάμε: καταπιάνεται με την εξεικόνιση της νοσοκομειακής πραγματικότητας στον χώρο της δημόσιας υγείας.
Αυτοβιογραφικής εμπνεύσεως πεζογράφος, ο ορθοπεδικός χειρουργός Γιώργος Δενδρινός χρησιμοποιεί στο τρίτο βιβλίο του «Απ’ τα κόκαλα βγαλμένα», μια τεχνική συμπύκνωσης του εξωφρενικού και του παράδοξου εξιστορώντας τα αναρίθμητα κωμικοτραγικά περιστατικά με τα οποία έρχεται αντιμέτωπος ο ειδικευόμενος στο ΕΣΥ ήρωάς του. Φέρνει έτσι στο προσκήνιο ολόκληρο τον νοσοκομειακό πληθυσμό – τους γιατρούς, τους νοσηλευτές, τους καθαριστές, τους τραπεζοκόμους, τους τραυματιοφορείς, τους διοικητικούς υπαλλήλους, και βέβαια όλων των ειδών τους ασθενείς, περιγράφοντας τις αντίξοες συνθήκες της διαβίωσής τους: κοσμοσυρροή, ράντζα, αϋπνία, σαραβαλιασμένα έπιπλα, βρώμικοι τοίχοι, ξεχαρβαλωμένες τουαλέτες, κακοφορμισμένες πληγές, σταφυλόκοκκοι, εντερόκοκκοι, σηπτικές αρθρίτιδες, και παντού υπολείμματα τροφών, γόπες και σκουπίδια. Από τον μαγευτικό έτσι «χλωρό παράδεισο» του παιδικού και εφηβικού του Χαλανδρίου, ο καλόγνωμος, καλοπροαίρετος και ταυτόχρονα σαρκαστικός και αυτοσαρκαστικός αφηγητής του προηγούμενου μυθιστορήματος «Σάμαλι και κωκ» (2005) θα βρεθεί στην ανεκδιήγητη «αυλή των θαυμάτων» των ελληνικών δημόσιων νοσοκομείων. Και εκεί θα φιλοτεχνήσει έναν απίστευτο πίνακα με ακρωτηριασμένα ανθρώπινα μέλη να περιφέρονται αδέσποτα πάνω σε φορεία, με χειρουργημένους που αποχωρούν έχοντας οι καψεροί δύο αριστερά πόδια, με χειρουργούς που δεν τους εμπιστεύεσαι ούτε για ένεση, και ασφαλώς, με εκβιασμούς, μαύρα χρήματα και φακελάκια. Παραδόξως, ο πίνακας που φιλοτεχνεί ο Δενδρινός δεν είναι ούτε τρομακτικός ούτε αποκρουστικός. Και όχι μόνον, γιατί από μέσα του ξεχειλίζει όπως είπα το χιούμορ, αλλά και διότι στο βάθος αυτής της έντεχνης σύνθεσης κατοικούν ορισμένες παρηγορητικές μορφές που εξανθρωπίζουν το νοσοκομειακό περιβάλλον, όπως ο τόσο ελληνικός παπα-Ελικόπτερος που ανεβοκατεβαίνει τρέχοντας τους νοσοκομειακούς ορόφους για να προλάβει να μεταλάβει τους ετοιμοθάνατους, η μητρική τραπεζοκόμος που με στοργική φροντίδα γνοιάζεται τους γιατρούς σαν να ‘τανε παιδιά της, κάποιοι συνοδοί ή ασθενείς που επιδεικνύουν συγκινητική αυταπάρνηση, κι ακόμα κάποιοι απ’ τους γιατρούς που δεν σταματούν να παλεύουν – κι έτσι εξηγείται βέβαια που δεν θρηνούμε διαρκώς θύματα. Στο τέλος, πάντως, η διακωμώδηση του Δενδρινού θα παραχωρήσει τη θέση της σε κάποιες θερμότερες εσωτερικές διαθέσεις. Οπως όλοι οι γιατροί έτσι και ο ήρωας του έργου αυτού είναι ένας αδιαπέραστος επαγγελματίας που με αδιάφορη ψυχρότητα κόβει και ράβει σάρκες. Κύριο θέμα του άλλωστε δεν είναι το ανθρώπινο σώμα που πάσχει αλλά το κοινωνικό σώμα που νοσεί. Κάποια όμως στιγμή μέχρι κι αυτός κουράζεται, και με τον τρόπο αυτό εγκαθίσταται στο μυθιστόρημα η μελαγχολία και το φάσμα του θανάτου.
Η σταδιακή εξέλιξη του αφηγητή από άπειρο μαθητευόμενο σε έμπειρο επαγγελματία και η προοδευτική του μεταμόρφωση από αφελή νεαρό που εκπλήσσεται σε ώριμο άντρα που πραγματοποιεί τον στοχαστικό απολογισμό της ζωής του, εμποδίζουν το μυθιστόρημα να μετατραπεί σε εύπεπτη ευθυμογραφική ηθογραφία. Με αποτέλεσμα, η λειτουργία του να μεταμορφώνει και το αναγνωστικό βλέμμα – γεγονός που μπορείτε να το ελέγξετε κι εσείς οι ίδιοι μοναχοί σας: Πηγαίνετε μετά την ανάγνωση σε οποιοδήποτε δημόσιο νοσοκομείο, κι αμέσως θα αισθανθείτε οικεία νιώθοντας πως κατανοείτε πολύ καλύτερα το καταθλιπτικό πλήθος που συνήθως συνωστίζεται στις αίθουσες και τους διαδρόμους. Διότι θα έχετε παρακολουθήσει τον κόσμο αυτό από κοντά και θα τον έχετε γνωρίσει από μέσα. Θα τον αντιμετωπίσετε επομένως με μια διαφορετική ματιά, με μια διάθεση ας πούμε αποδοχής, με μια οπτική μεγαλύτερης ανοχής και χιούμορ. Διότι ο αφηγητής του Δενδρινού θα σας έχει δανείσει το οξύ, σαρκαστικό, και ταυτόχρονα ανεκτικό και θωπευτικό του βλέμμα. Τι ευγενέστερο και δραστικότερο θα μπορούσε να ευχηθεί κανείς απ’ την πλευρά της λογοτεχνίας;
Της Eλισαβετ Kοτζια.
Καθημερινή, 15 Ιουνίου 2008

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2011

τα μωρά τα φέρνει...ποιος,πού,πότε,πώς,γιατί ; [αφιερωμένο..]


Νάνι του Ρήγα το παιδί,
του βασιλιά τ' αγγόνι.
Νάνι του κήπου η πασχαλιά,
του Μάη το χελιδόνι.

Κοιμήσου φως της χαραυγής                             
κι άστρο χρυσό τ' Απρίλη                                          
κι η Παναγιά στον ύπνο σου
χαμογελά στα χείλη.

Κάμε τον ύπνο σύννεφο
και τ' όνειρό σου πάχνη
κι ένα πουλί τ' αυγερινού
να σ' ανταμώσει ψάχνει.

Νάνι του Ρήγα το παιδί,
του βασιλιά τ' αγγόνι.
Νάνι του κήπου η πασχαλιά,
του Μάη το χελιδόνι.
                              Ν. Γκάτσος

η σημασία του "θωπευτικού" περιβάλλοντος





Νάνι το παιδί μου νάνι που δεν ήθελε νερό,
τ' άλογό μας το μεγάλο. Αχ καρδούλα μου ποιος ξέρει
τι να λέει το ποταμάκι στο λιβάδι το χλωρό.

Νάνι, το νερό το μαύρο μες στα πράσινα χορτάρια
που ψιλό τραγούδι πιάνει. Νάνι την τριανταφυλλιά μου
που τη γης δάκρυο ποτίζει, τ' άλογό μας το καλό.

Έχει πόδια λαβωμένα, τραχηλιά κρουσταλλιασμένη,
έχει ένα ασημένιο λάζο καρφωμένο μες στα μάτια.
Μόνο μια φορά σαν είδε τ' αντρειωμένα τα βουνά
εχλιμίντρισε κι εχάθη στα νερά τα σκοτεινά.

Αχ πού πήγες άλογό μου που δεν ήθελες να πιεις,
αχ μαράζι μες στο χιόνι. Νάνι το γαρούφαλό μου
που τη γης δάκρυο ποτίζει, τ' άλογό μας το καλό.

Μην έρχεσαι μη μπαίνεις, το παρεθύρι κλείστο
με φυλλωσιές ονείρου, μ' όνειρα φυλλωσιάς.
Κοιμάται το παιδάκι μου, σωπαίνει το μωρό μου.
 
Αχ πού πήγες άλογό μου που δεν ήθελες να πιεις,
άλογο της χαραυγής.
                                                
                           N. Γκάτσος

                                                                             

Από το «Πρωινό άστρο» του Γ. Ρίτσου

Nάτη η νύχτα που σιμώνει
χρυσοπράσινο παγώνι
γαλανόχρυσο παγώνι,
σέρνει τη μεγάλη ουρά της
πάνου στα καμπαναριά,
τα πουλιά και τα παιδιά
τα σταυρώνει, τα χρυσώνει.

Nάνι-νάνι, κοριτσάκι,
νάνι, κι ο πατέρας σου,
κράχτης του καλού καιρού
σμαραγδένιο βατραχάκι
στη δεξιά γωνιά του φεγγαριού,
στη φωνή του τ’ άστρα βάνει ― νάνι, νάνι.

Σ' ένα μαξιλάρι φεγγαράκι
το παιδί μου αποκοιμήθηκε.
Όλη η πλάση στις μύτες των ποδιών
κοιτάζει απ’ το παράθυρό μας
κοιτάζει το παιδί μου που κοιμήθηκε.

Όλα τα αστέρια
μια μυγδαλιά ανθισμένη αστέρια
μπρος στο παράθυρό μας
κοιτάζει το παιδί μου που κοιμήθηκε.

Ο θεός των σπουργιτιών και των παιδιών
πίσω από μια κουρτίνα λουλουδένια
κοιτάζει το παιδί μου που κοιμήθηκε.

Σιγά, μανούλα,
σιγά.
θα το ξυπνήσεις.

Τι θόρυβο που κάνει
η πορτούλα της καρδιάς σου
καθώς ανοιγοκλείνει
στον κήπο της χαράς.


Ξύπνησες, κοριτσάκι;
Ξύπνησε ο ήλιος.

Mπήκαν μπροστά τα μοτεράκια
των χρυσών σπόρων.

Aκούς;

Tέσσερις μαργαρίτες
τροχοί σ’ ένα αμαξάκι ―
σου κουβαλάν πολλά
καλούδια και καλά.

Tέσσερα χελιδόνια-τσαγκαρόπουλα
πάνω-κάτω, πάνω-κάτω
πηγαινέλα
τραβάνε τις μακριές κλωστές
τις αργυρές
μιας καλοκαιριάτικης βροχούλας
και σου ράβουν ― γεια-χαρά σου ―
τα γαλάζια πέδιλά σου

Mέλισσες τρυγάν, τρυγάν
τα ξανθόχρυσα λουλούδια
τα ξανθόχρυσα τραγούδια
και σου φτιάχνουν και σου φτιάχνουν
(άνοιξε το χέρι σου)
σου ’φτιαξαν το μέλι σου.

Mια μουγγή, κοντόχοντρη
― δες ― μια αστεία χελώνα
κόβει ένα κομμάτι φως στρωτό
γαλανό και γελαστό
απ’ το ρυάκι
στο κρεμάει στην κούνια σου
καθρεφτάκι
για να κοιταχτείς
και να χτενιστείς.

Ένα αγαθό
στρογγυλοπρόσωπο ψωμί
μέσα στη χρυσή
του καλοκαιριού κουζίνα
βράζει, βράζει (ακούς πώς βράζει
σαν να παίζουν μαντολίνα),
τ’ αγαθό ψωμί
(πώς γελούν τα μάτια τα μεγάλα σου)
σου ’βρασε το γάλα σου.

Tα κυκλάμινα στυλώνουνε τ’ αυτάκια τους
σαν τριανταφυλλένια γαϊδουράκια
για ν’ ακούσουν τι θα πεις
μέσα στο χωνάκι της σιωπής.

Kι ως ανασηκώνεις το χεράκι
φτιάχνεις ένα γεφυράκι
κι από κάτω του περνάνε,
σεργιανάνε
κύκνοι-κρίνοι
κρίνοι-κύκνοι.











Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2011

έκθεση γ': ΒΙΝΤΕΟ ΓΙΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ - ΡΑΤΣΙΣΜΟ



ΤΑ 30 ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΔΙΑΚΗΡΥΞΗΣ ΣΕ 30 ΒΙΝΤΕΟ : ΕΔΩ


ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ

''βρωμοέλληνες''-ΗΠΑ



Το Schwarzfahrer (λαθρεπιβάτης) του σκηνοθέτη Pepe Danquart κέρδισε το όσκαρ ταινίας μικρού μήκους το 1994.Θέμα της, η καταδίκη του καθημερινού ρατσισμού μέσα από μια ιστορία σε ένα τραμ: Ένας νεαρός νέγρος μπαίνει σε τραμ, μια ηλικιωμένη του φέρεται άσχημα και μονολογώντας τόν προσβάλλει συνεχώς. Στο τέλος ο νεαρός νέγρος, παίρνει την εκδίκησή του...



                                         21 Μαρτίου: παγκόσμια ημέρα κατά φυλετικών διακρίσεων
η Παγκόσμια Ημέρα για την Εξάλειψη των Φυλετικών Διακρίσεων καθιερώθηκε το 1966 από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών σε ανάμνηση ενός τραγικού συμβάντος, που συγκλόνισε την παγκόσμια κοινή γνώμη:
   Στις 21 Μαρτίου του 1960 η αστυνομία της ρατσιστικής Νοτίου Αφρικής πυροβόλησε εν ψυχρώ κατά μιας διαδήλωσης φοιτητών στην πόλη Σάρπβιλ, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους 70 άνθρωποι. Οι νεαροί διαδηλωτές διαμαρτύρονταν ειρηνικά κατά των νόμων του Απαρτχάιντ, που είχε επιβάλλει το καθεστώς της λευκής μειοψηφίας στη χώρα, εφαρμόζοντας τη θεωρία της ανισότητας ανάμεσα στις φυλές.
απαρτχάιντ[βιβκιπαίδεια]

Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2011

ο "άλλος" βέγγος

Ο ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΒΕΓΓΟΣ

από ''το βλέμμα του οδυσσέα'' [θ. αγγελόπουλου]


                                             από την ''ψυχή βαθιά'' [π. βούλγαρη]


από το ''όλα είναι δρόμος''  [π. βούλγαρη]

από τις ''ήσυχες μέρες του αυγούστου'' [π. βούλγαρη]



από το ''αίνιγμα'' [γ. σολδάτου]



Υ.Γ. αλλά και ο γνωστός βέγγος :





Ο ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΒΕΓΓΟΣ






     
αφιερώματα:
''ένας άνθρωπος παντός καιρού''

από τη μηχανή του χρόνου :





Βέγγος

Για να καταφεύγει ο Βέγγος τόσο συχνά στην προσφώνηση «Καλοί μου άνθρωποι!», πά' να πει ότι υπήρχαν και κακοί -διαφορετικά η διευκρίνιση θα περίττευε.
Τώρα οι κακοί, οι άπληστοι, οι πωρωμένοι, οι μηδενιστές και οι τεχνοκράτες επελαύνουν κερδίζοντας τις μάχες σε όλα τα μέτωπα, ενώ ο Βέγγος χάνεται μαζί με την τελευταία συγκινησιακή ανταύγεια της δεκαετίας του '60, στην ψυχική ευρυχωρία της οποίας είχε τρέξει και ξανατρέξει αλωνίζοντας και καλώντας τους πάντες σε επαγρύπνηση εν όψει μιας απειλής που ουδέποτε κατονόμαζε. Εκ των υστέρων, έχουμε αμέτρητους λόγους να υποθέσουμε πως η τελευταία δεν ήταν παρά ο κίνδυνος να αποκοπούμε απ' το συναισθηματικό φως του παρελθόντος της ζωντανής γειτονιάς.

ΠΡΑΓΜΑΤΙ, το τρέξιμο του Βέγγου στην πόλη, η αδιάκοπη κίνηση πάνω-κάτω και γύρω απ' την εστία κάθε μικροσυμβάντος είναι μια τρελή τροχιά απείρως πιο αγωνιώδης και ομιλητική απ' ό,τι των διάσημων συναδέλφων του της κινηματογραφικής κωμωδίας, όπως ο Λουί ντε Φινές ή, παλαιότερα, ο Τσάπλιν. Μ' αυτούς μοιράζεται, φυσικά, τη σπασμωδική τεθλασμένη και την ταχύτητα μιας κίνησης που προκύπτει απ' την καταδίωξη: όλοι αυτοί οι κωμικοί τρέχουν σαν να τους κυνηγούν, για να μην πούμε ότι τους κυνηγούν όντως κάθε είδους απειλές και παρεξηγήσεις, αντικείμενα που ξεφεύγουν από τον έλεγχο και παλιάνθρωποι. Ωστόσο υπάρχει στον Βέγγο, επιπλέον -και κυρίως-, μια δόση αστείρευτης αγάπης για εκείνους που αναλαμβάνει να προστατέψει και που δεν είναι παρά οι ίδιοι οι θεατές: ο Βέγγος τρέχει θέλοντας να προειδοποιήσει για μιαν επερχόμενη καταστροφή, τρέχει αντιστεκόμενος στην εισβολή ενός παράλογου τρόπου ζωής που έρχεται απ' το μέλλον και που ήδη έχει κατακτήσει, στις ταινίες εκείνες, το εσωτερικό των σαλονιών της ανώτερης τάξης με τη γοητεία των πλαστικοποιημένων επιφανειών και την υπνωτιστική επιρροή των επίπλων ντιζάιν στις αποφάσεις του Κωνσταντάρα και της Μάρως Κοντού. Εν ολίγοις, ο Βέγγος τρέχει, όχι μόνον επειδή δεν τον χωράει ο τόπος, αλλά επίσης για να σημάνει συναγερμό.

ΤΡΕΧΕΙ και τρέχει θέλοντας να μας πει ότι η συμφορά δεν είναι αυτή που μας βρήκε αλλά εκείνη που πρόκειται να μας βρει όταν θα λησμονηθεί οριστικά και αμετάκλητα το περίφημο εκείνο κάτι, αυτός ο προ πολλού μισοχαμένος θησαυρός που ο ίδιος ψάχνει εδώ κι εκεί και που δεν είναι άλλος απ' τη διαπροσωπική συμπάθεια ως ιδανική ρίζα κάθε επιθυμίας και κάθε αιτιότητας. Τρέχει διαλαλώντας ότι η ευτυχία τού να περιστοιχίζεσαι από καλούς ανθρώπους εκπνέει όπου να 'ναι, σημαδεμένη από την ημερομηνία λήξης της διαφαινόμενης αλματώδους προόδου στην τεχνολογία των τηλεοράσεων και των ψυγείων. Τρέχει σπάζοντας όλα τα ρεκόρ νευρικότητας και υπερδιέγερσης για να μας μεταδώσει, με κωμικό τρόπο, το νόημα της τελευταίας ευρωπαϊκής τραγωδίας: δηλαδή την επίγνωση ότι κάθε ρεκόρ, κάθε επίτευγμα έχει χαρακτήρα αποχαιρετιστήριο. Σ' αυτό συνίσταται η ιδιοφυΐα του.

ΑΠΟΔΕΙΧΤΗΚΕ προφήτης. Ηταν ο πιο ενστικτώδης, καλόκαρδος και ταλαντούχος ταχυδρόμος που είχαμε ποτέ.
                                                   Ευγένιος Αρανίτσης
                 Είσοδος υπηρεσίας ,  Ελευθεροτυπία, Σάββατο 7 Μαΐου 2011





ΤΟ «ΘΑΥΜΑ»


για τους ανήσυχους, τους μόνους, τους μισομόνους, τους μπερδεμένους, τους χρεωμένους σε τράπεζες και αισθήματα :
 
έτσι όπως αλλάζει ο καιρός..

και δείχνει ο χειμώνας τα δόντια του κι ο αέρας ρίχνει τα φύλλα, και ρίχνει και το ηθικό. κι οι νοικοκυραίοι ευλογάνε τα γένια τους γιατί έχουν γεμίσει τις αποθήκες με καυσόξυλα και λοιπά χρειαζούμενα για έναν βίο αξιοπρεπή..
Όσοι όμως δεν προνόησαν βλέπουν να μένουν οι αποθήκες τους άδειες και ψάχνουν να τις γεμίσουν.. κάποιοι απ’ αυτούς, αμετανόητα ρομαντικοί τις βλέπουν γεμάτες , κι ας μην είναι.. ή απαξιούν να τις γεμίσουν..


Κάποιοι ελπίζουν και κάποιοι άλλοι λένε την ελπίδα «όπιο»
 [υπάρχουν πολλά όπια, ατομικά και συλλογικά, σχεδόν κατά κανόνα ελκυστικά και ζωτικά για την επιβίωση..]

Κάποιοι «βλέπουν» το θαύμα, φευγαλέο μεν αλλά το βλέπουν !
 Δεν ξέρω τι είναι,
Ούτε πώς φτάνει,
Ούτε τι χρώμα έχουν οι μέρες όταν έρχεται
Δεν είμαι ο μόνος
-το είδανε κι άλλοι-
Να μπαίνει μέσα στα νερά και να μη βρέχεται.

Μην το μαλώσεις,
Μην το ζορίσεις,
Σήκω απ' το πιάνο, βγες μια βόλτα, αναστέναξε
Σαν περιστέρι
Είχε καθίσει
Απάνω σου όταν σε βαφτίζαν, αλλά πέταξε.

Το πλήθος βλέπει
Μόνο τον χρόνο
Που τα μωρά του βγαίνουν βόλτα με τον διάβολο
Με πιάνει ζάλη
Μα βλέπω μόνο
Να 'ρχεσαι απλά και να μου ξαναφεύγεις αύριο.

Δεν ξέρω τι είσαι,
Ούτε ως πού φτάνεις,
Ούτε τι χρώμα έχουν οι μέρες όταν έρχεσαι
Δεν είμαι ο μόνος
-σε είδανε κι άλλοι-
Να μπαίνεις μέσα στα νερά και να μη βρέχεσαι.
                                   
                                              φοίβος δεληβοριάς