Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2012

ΠΟΥΛΙΑ [έχω και φτερά...πάμε μια βόλτα;]

Σε μια ρώγα από σταφύλι
έπεσαν οχτώ σπουργίτες
και τρωγόπιναν οι φίλοι.
Τσίρι - τίρι, τσιριτρό,
τσιριτρί, τσιριτρό! ... 
                       ζ. παπαντωνίου

Το χαζοπούλι στην αυλή βρήκε ένα ψίχουλο εκεί
στα χιόνια απ' το πρωί και το τσιμπάει...
Την παγωμένη μου καρδιά έτσι όπως πέφτει από ψηλά
το χιόνι τη σκεπάζει όσο πάει...
Κι αναρωτιέμαι απ' το πρωί, μα τι ζωή είναι αυτή;
Όσο της δίνω, άλλο τόσο μου ζητάει...
Κι ακούγεται από την αυλή μια "τσιριτρό" μια "τσιριτρί"
το χαζοπούλι με κοιτάζει και γελάει...
Μπορεί στ' αλήθεια "τσιριτρό" να πει: "όλοι με λέν' χαζό,
γιατί όποιος στήσει την παγίδα του με πιάνει"...
Κι ίσως σημαίνει "τσιριτρί": "εγώ είμ' ένα χαζό πουλί,
εμένα ο ουρανός αυτός μου φτάνει"...
Έχει καθίσει στην αυλή μέσα στα χιόνια απ' το πρωί
στα χιόνια απ' το πρωί και με κοιτάει...
Η παγωμένη μου καρδιά έχει θαφτεί πολύ βαθιά
όμως, ακόμη την ακούω να χτυπάει...
Τι χαζοπούλι είν' αυτό; Όλο κοιτάει στο κενό
τον παγωμένο ουρανό και τιτιβίζει...
Κι ακούγονται από μακριά οι φίλοι του κάτι πουλιά
σε λίγο ίσως πάψει να χιονίζει...
Σε λίγο ίσως πάψει να χιονίζει...
                                             π. παυλίδης

Τίπι τίπι το σπουργίτι
πώς τσιμπά τ' αραποσίτι,
τίπι τα
έι κάποιος φωνή του βάζει
το καημένο πως τρομάζει,
τίπι τα...
             γιάννης νεγρεπόντης [μουσική μ. λοίζου]





Σν μαθε τ λέξη καλησπέρα
παπαγάλος, επε ξαφνικά:
«Εμαι σοφός, γνωρίζω λληνικ
τ κάθομαι δ πέρα!»
Τν πράσινη ζακέτα του φορε
κα στ συνέδριο τν πουλιν πηγαίνει,
γι ν τος πε μι γνώμη φωτισμένη.
Παίρνει μι στάση λίγο σοβαρή,
ξεροβήχει, κοιτάζει λίγο πέρα
κα τος λέει: καλησπέρα!
λόγος του θαυμάστηκε πολύ.
Τ διαβασμένος, λένε, παπαγάλος!
Θναι σοφς ατς πολ μεγάλος,
φο μπορε κι νθρώπινα μιλε!
π᾿ τς νδίες φερμένος, ποις τ ξέρει
πόσα βιβλία μαζί του νχει φέρει,
μ τ σοφος μίλησε, κα πόσα
ν ξέρει στν γραμματικν τ γλώσσα!
«Κυρ-παπαγάλε, θχουμε τν τύχη
ν᾿ κούσουμε τ λς κα πάρα πέρα;»
παπαγάλος βήχει, ξεροβήχει,
μ τ ν πε; Ξανάπε: καλησπέρα!

                                    ζ. παπαντωνίου



παραδοσιακά πουλιά

                    να 'μαν πουλί...


                                                      γι' αυτό ζηλεύω τα πουλιά...

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΝΑ ΠΕΤΑΞΕΙ:
ΔΑΙΜΟΝΙΚΕΣ ΠΤΗΣΕΙΣ [αφιέρωμα 7ΗΜΕΡΕΣ Καθημερινής] - η ψυχή - πουλί  



μέρα μέρωσε,τώρα τα πουλιά, τώρα τα χελιδόνια,τώρα οι πέρδικες...
τραγουδούν,λαλούν και λένε: ξύπνα αφέντη μου..αγκάλιασε κορμί..[του γάμου]

ο αλκίνοος δίνει τη δική του εκδοχή[''μικρή πτητική θεολογία'']:
Είναι που τώρα τα πουλιά,τώρα τα χελιδόνια αποδημήσαν στ' ουρανού τη μέσα γειτονιά
Τώρα ο Χειμώνας θα κρατήσει χίλια χρόνια μέχρι στης άνοιξης να λιώσει τη φωλιά. 
Μέχρι η ανάσα σου να γίνει περιστέρι μέχρι να ανοίξει η αγκαλιά σου σαν φτερό..







παραμυθένια πουλιά:

Το παρδαλό πουλί


θεατρικά πουλιά [ουτοπικά..]

ΟΡΝΙΘΕΣ [βίντεο εκπ/κής τηλεόρασης]
Οι βέβηλες κότες που «δάγκωσαν» τον Τσάτσο
Τον Σεπτέμβριο του 1959, ο Κάρολος Κουν, με πλειάδα επίλεκτων συνεργατών (μεταξύ των οποίων ο Μάνος Χατζιδάκις στη μουσική και ο Γιάννης Τσαρούχης στα κοστούμια) σκηνοθετεί και παρουσιάζει στο Ηρώδειο μια διασκευή των «Ορνίθων» του Αριστοφάνη- στη σκηνοθετική γραμμή που δημιούργησε έκτοτε σχολή, προσθέτοντας δηλαδή ορισμένους αναχρονισμούς στην πιστή μετάφραση. Ανάμεσα στους αναχρονισμούς εκείνους και η μετατροπή του Ιεροφάντη σε χριστιανό παπά. Η παράσταση ήταν κάτι το καινούργιο, ξένισε το εθισμένο στην αρχαιοπρέπεια κοινό που θεώρησε ότι ο Κουν βεβηλώνει, μάλιστα με χυδαίο τρόπο, τα ιερά κείμενα. Ανάμεσα στους εξοργισθέντες και ο συντηρητικός λόγιος υπουργός Προεδρίας της κυβέρνησης Κωνσταντίνου Καραμανλή, Κωνσταντίνος Τσάτσος, που απαγόρευσε τη συνέχιση των παραστάσεων στο Ηρώδειο. Είχε μαζί του τον συντηρητικό Τύπο της εποχής, που την επομένη βοούσε. Τι για «υστερική Ορνιθομανία», έγραφαν, τι για «βεβήλωσι», «Αι Ορνιθες, ένα φιάσκο» έλεγε ένας πηχυαίος τίτλος, ενώ σε άλλο δημοσίευμα τονιζόταν: «Οποιος ανακατεύεται με τον Κουν τον τρώνε οι Ορνιθες». Η ανατρεπτική γραφή του Κουν χαρακτηριζόταν «νόσος που μαστίζει την πνευματική ζωή», ο σκηνοθέτης εγκαλούνταν για «απουσία ευθύνης απέναντι στα ιερά κληροδοτήματα» και οι συντελεστές της παράστασης κατηγορήθηκαν για «ασέβεια», «κυνικότητα», «αδυναμία κατανοήσεως των αρχαίων κειμένων» και, ειδικά ο Χατζιδάκις και για «χυδαιοτάτην μουσικήν»! Μόνο «ΤΑ ΝΕΑ» και «Το Βήμα» κράτησαν στάση αντίθετη στο ρεύμα. Ο σκιτσογράφος των «ΝΕΩΝ», μάλιστα, Φωκίων Δημητριάδης, δημοσίευσε στην εφημερίδα μια γελοιογραφία στην οποία ο Τσάτσος, κρατώντας μια κότα από το λουρί, βρίσκεται μπροστά στο ταμείο του Θεάτρου Τέχνης και ζητάει από τον ταμία Κάρολο Κουν δύο εισιτήρια... Στην Ιστορία δεν έμειναν οι κραυγές των εθναμυντόρων, αλλά μια πρωτοποριακή παράσταση και η γελοιογραφική παρομοίωση του Τσάτσου με κότα, που μολονότι πνευματικός άνθρωπος συντονίστηκε με την αγόμενη και φερόμενη κοινή γνώμη εναντίον της ελευθερίας έκφρασης. 
                                                                                      [του Ηλία Κανέλλη, εφημ. Τα Νέα,19/6/10] 


ξεφυλλίζοντας το πρόγραμμα μιας παράστασης ή παρακολουθώντας την σε βίντεο


καλοτάξιδα πουλιά...



ΤΑΞΙΔΙΑΡΙΚΑ ΠΟΥΛΙΑ, ντοκιμαντέρ του 2001
χρειάστηκε τρία χρόνια και γυρίσματα στις επτά ηπείρους για να ολοκληρωθεί, παρακολουθεί τα αποδημητικά πουλιά σε ένα ταξίδι που πραγματοποιούν κάθε χρόνο: αυτό της αναζήτησής τους για επιβίωση

αποδημητικά πουλιά [αφιέρωμα 7ΗΜΕΡΕΣ Καθημερινής]

η ελληνική ορνιθοπανίδα [αφιέρωμα 7ΗΜΕΡΕΣ]
Η σελίδα της ελληνικής ορνιθολογικής εταιρείας : ΕΔΩ

         
               Τάσος Κόρφης

Δεν ωφελεί να περιορίζεις τα πουλιά

Δεν ωφελεί να περιορίζεις τα πουλιά
με ξόβεργες, με σκιάχτρα, με κλουβιά,
να περιμένεις στις διαβάσεις των αποδημητικών
μερόνυχτα, να ρίχνεις τουφεκιές.
Ό,τι μπορεί να φτερουγίσει δε σκλαβώνεται∙
προετοιμάζεται στα θερμοκήπια των στερήσεων
προσμένοντας αργά ή γρήγορα την ώρα του.


                                           δε με λένε Σταύρο..μόνο Σταύρο με λένε...

υπερρεαλιστικά πουλιά..
             
             Α. Εμπειρίκος

Οι λογισμοί της ηδονής είναι πουλιά
Που νύχτα-μέρα διασχίζουν τον αέρα.
                                
                      Ν. Εγγονόπουλος: 
 Η Ύδρα των πουλιών
Μακρυνές συναυλίες, οπάλινες σπίθες, του πρώτου σπιτιού μας μέσ’ στη λαύρα του θέρους,
Στης Γης του Πυρός την αέναη θήρα, στους κάμπους, στα δάση, στα ουράνια,
Θ’ ασπασθώ απαλά της εικόνος τα χείλη, θα χαρίσω ελπίδες σ’ αχιβάδες και κάστρα
Που βουβά παραστέκουν σ’ όσ’ αγγίζουν οι Μοίρες, κι όταν δύουν στα πεύκα των ειδώλων φεγγίτες
Αυλακώνουν μ’ αλόγατα ξύλινα χαμοκέδρου θωπείες,
Θεωρίες σεπτές μυστικών δεινοσαύρων, στων νερών τις πλεκτάνες που τα ζώσανε κύκνοι,
Μαύροι κύκνοι, γαλάζιοι, όλο ιδέα, και πόθο που λες πάει να σβύση κι αποτόμως γυρεύει
Ν’ ανεβή πιο ψηλά, να γκρεμίση, να σπάση, παραθύρια ν’ ανοίξη, να φωνάξω, να κλάψη,
Να ρημάξω, ν’ αράξη, να σκιστή, να χαράξω στο χαλκό πιο βαθειά, πιο βαθειά,
Περιστέρια, λιοντάρια, των μαλλιών της τη νύχτα, του στρατιώτου το όπλο, τ’ αρβανίτικο χώμα,
Κι όπου φτάση, αν φτάση, φαντασία μετάλλου, λόγια που είπα η Πυθία σε ανύδρους εκτάσεις,
Τροπικούς και πηγάδια θα διαβή, ως να φέξη η αυγή η πλανεύτρα μ’ άυλων Κούρδων κραιπάλη,
Ν’ αγοράση κιθάρες που μου πνίγουν τα μάτια, ως να σύρω τα πέπλα που κρατά η σελήνη,
Στη μορφή μου να δέση τη μορφή των πουλιών.


             
        [από "Το καράβι του δάσους"]


ξέρω ότι
[...]
αν ήτανε δυνατό
ν’ αντικαταστήσω
τα ιερά σάβανα
της φωνής μου
με την αγάπη
που έχει
μια μεταφυσική μουσική κόρη
για τις μαύρες ομπρέλες της βροχής

ίσως τότες
μόνο τότες
θα μπορούσα να πω
τα φευγαλέα οράματα
της χαράς
που είδα κάποτες
―σαν ήμουνα παιδί―
κοιτάζοντας
ευλαβικά
μέσα στα στρογγυλά
μάτια
των πουλιών

           [Μπολιβάρ, ένα ελληνικό ποίημα]


Μπολιβάρ! Εἴσουνα πραγματικότητα καὶ εἶσαι, καὶ
τώρα, δὲν εἶσαι ὄνειρο.
Ὅταν οἱ ἄγριοι κυνηγοὶ καρφώνουνε τοὺς ἄγριους ἀε-
τούς, καὶ τ’ ἄλλα ἄγρια πουλιὰ καὶ ζῶα,
Πάν’ ἀπ’ τὶς ξύλινες τὶς πόρτες στ’ ἄγρια δάση,
Ξαναζῆς, καὶ φωνάζεις, καὶ δέρνεσαι,
Κι’ εἶσαι ὁ ἴδιος ἐσὺ τὸ σφυρί, τὸ καρφὶ κι’ ὁ ἀητός.


εξόριστα πουλιά...




    Μ. Σαχτούρης:

  όμως ακόμα υπάρχει
 ο κιτρινολαίμης
 το παλιό πουλί
 και τριγυρίζει ανήσυχος
 μέσα στον κήπο μου
 μαζί με το φεγγάρι


     Ὁ Ἐλεγκτής,
Ἕνας μπαξὲς γεμάτος αἷμα
εἶν᾿ ὁ οὐρανὸς
καὶ λίγο χιόνι
ἕσφιξα τὰ σκοινιά μου
πρέπει καὶ πάλι νὰ ἐλέγξω
τ᾿ ἀστέρια
ἐγὼ
κληρονόμος πουλιῶν
πρέπει
ἔστω καὶ μὲ σπασμένα φτερὰ
νὰ πετάω.

 ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ
                         Στον Οδυσσέα Ελύτη

Δε δίνω αίμα στις φλέβες των πουλιών
και τα ποτάμια μου κρατήσαν τα νερά τους
επάνω στα ψηλά βουνά τρείς βίγλες έχω στήσει
μέσ’ στη σπηλιά μου φύλαξα τους αετούς
Ελάτε βγήτε στον κάμπο περιστέρια μου
με τις γαλάζιες κορδέλες στο λαιμό σας
ελάτε βγήτε με το φεγγάρι στην καρδιά
σα θα σηκώσω την ταφόπετρα μου
Αργοπεθαίνουν γύρω μου τ’ άλλα πουλιά
ελάτε βγήτε στον κάμπο περιστέρια μου
ελάτε βγήτε σφαγμένα περιστέρια μου           


  Γιάννης Δάλλας
  "Αυτό το πουλί"

Αυτό το πουλί είν΄ ο Πέτρος

Του ΄γινε πρόταση να βαλσαμωθεί
μα αυτός ξεσκίζει το κλουβί τ΄ ουρανού
μπορεί και να μην αλλαξοπίστησε
απλώστε του ένα κάτι της γης
ένα χέρι που να μη στραγγαλίζει
—τον πνίγει τόση μεταμόρφωση—
κ' εκεί που έδενε τη γραβάτα του
του μένει ένας τελευταίος λαρυγγισμός
απ΄ αυτούς που δεν εξαγοράζονται

Ο φίλος μου ο Πέτρος έχει προκηρυχθεί
λοιπόν θα πεθάνει μετεωριζόμενος.

 


τν δ θλίως θανόντα Πολυνείκους νέκυν
στοσί φασιν κκεκηρχθαι τ μ
τάφ καλύψαι μηδ κωκσαί τινα,
ἐᾶν δ κλαυτον, ταφον, οωνος γλυκν
θησαυρν εσορσι πρς χάριν βορς.
                                  Σοφοκλής, Αντιγόνη


Ο Κολοκοτρώνης πρωτοπάτησε το πόδι του στη Μάνη, αρχίζοντας η Επανάσταση. Από κει τράβηξε με Μανιάτες και Μεσσήνιους για την Τριπολιτσά, με σκοπό να την πολιορκήση. Στο δρόμο, με το πρώτο τουφέκι που κάμανε με τους Τούρκους, ο κόσμος άμαχος κι άπειρος φοβήθηκε και σκόρπησε. Οι άλλοι καπεταναίοι είπανε στον Κολοκοτρώνη:
     ― Τι θα κάμουμε πλειά εδώ; Να πάμε κατά το Λοντάρι (Μεγαλόπολη), να ιδούμε τι γίνεται κι εκείνος ο κόσμος.
     ― Εγώ δεν πάω πουθενά! είπε ο Κολοκοτρώνης. Αν θέλετε σεις, τραβάτε. Εγώ θα μείνω ’δω, να με φάνε τα πουλιά της πατρίδας μου που με ξέρουνε.
                                                                   Γιάννης Bλαχογιάννης, Iστορική Aνθολογία



        χρωματίζω πουλιά, χάρτινα πουλιά
        και περιμένω να κελαηδήσουν..
                          Τ. Λειβαδίτης

    Στ νύχτα πο ρχεται...

Ξεκινμε νάλαφροι καθς γύρη
πο ταξιδεύει στν νεμο
Γρήγορα πέφτουμε στ χμα
ρίχνουμε ρίζες, ρίχνουμε κλαδι
γινόμαστε δέντρα πο διψον οραν
κι λο ρπαζόμαστε μ δύναμη π᾿ τ γ
Μς βρίσκουν τ᾿ τέλειωτα καλοκαίρια
τ μεγάλα κάματα.
Ο νεμοι, τ νερ
παίρνουν τ φύλλα μας.

ργότερα
πλακώνουν ο βαρις συννεφις
μς τυραννον ο χειμνες κι ο καταιγίδες
Μ πάντα ντιστεκόμαστε,
ρθωνόμαστε
πάντα ντυνόμαστε μ νέο φύλλωμα
σότου, φτάνει νας νεμος παράξενος
-κανες δ ξέρει πότε κι π πο ξεκιν-
μς ρίχνει κάτω
μ᾿ λες μας τς ρίζες στν έρα.
Γι λίγο κόμα μς στ φυλλωσιά μας
κάθεται κρυμμένο
πε μία τρίλια του στ νύχτα πο ρχεται-
να πουλί.
                                                      Μελισσάνθη


       ζωγραφιστά πουλιά...

                                                                                                        Paul Klee, Τοπίο με κίτρινα πουλιά

                                                         Αλέκος Φασιανός, Πουλιά και μέλισσες                                                  

Ζακ Πρεβέρ

Πώς να ζωγραφίσετε ένα πουλί

Ζωγραφίστε πρώτα ένα κλουβί
με μιά πόρτα ανοιχτή
ζωγραφίστε μετά
κάτι όμορφο
κάτι απλό
κάτι ωραίο
κάτι χρήσιμο
για το πουλί

βάλτε έπειτα το μουσαμά απάνω σ' ένα δέντρο
σ' ένα κήπο
σ' ένα πάρκο
ή σ' ένα δάσος
κρυφτείτε πίσω από το δέντρο
χωρίς μιλιά
τελείως ακίνητοι ...;

Κάποτε το πουλί έρχεται γρήγορα
μα μπορεί και να περιμένει χρόνια
πριν τ' αποφασίσει

Μην απογοητευτείτε
περιμένετε
περιμένετε αν χρειαστεί χρόνια ολόκληρα
το αν έρθει γρήγορα ή αργά το πουλί
δε θα 'χει καμιά σχέση
με την επιτυχία του πίνακα

Όταν φτάσει το πουλί
αν φτάσει
κρατείστε απόλυτη σιωπή

περιμένετε να μπει το πουλί στο κλουβί
κι όταν μπει
κλείστε απαλά την πορτα με ένα πινέλο

μετά
σβήστε ένα ένα όλα τα σύρματα
προσέχοντας να μην αγγίξετε ούτε ένα φτερό του πουλιού

Ζωγραφίστε κατόπιν το δέντρο
διαλέγοντας το πιο ωραίο κλαδί του
για το πουλί
ζωγραφίστε ακόμη το πράσινο φύλλωμα και τη δροσιά του ανέμου
τη σκόνη του ήλιου
το σούρσιμο των ζώων στη χλόη μέσα στο κάμα του καλοκαιριού
και μετά περιμένετε το πουλί να τραγουδήσει

Αν δεν τραγουδά το πουλί
Είναι κακό σημάδι
σημάδι πως ο πίνακας είναι κακός
μ' αν τραγουδά είναι καλό σημάδι
σημάδι πως μπορείτε να υπογράψετε

Τραβάτε λοιπόν πολύ απαλά
ένα φτερό απ' το πουλί
και γράφετε τ' όνομά σας σε μια γωνιά του πίνακα.   
                            συλλογή «Paroles» , μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης


Ο ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΑΣ ΑΓΑΠΑΕΙ ΠΟΛΥ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ

Χιλιάδες πουλιά πετάνε προς τα φώτα
Κατά χιλιάδες πέφτουνε τσακίζονται
Χιλιάδες τυφλωμένα και νεκρά
Πεθαίνουνε κατά χιλιάδες

Ο φαροφύλακας δεν το αντέχει
Ο φαροφύλακας αγαπάει πολύ τα πουλιά
Και τόσο το χειρότερο
Εμένα τι με νοιάζει λέει

Και σβήνει όλα τα φώτα

Από μακρυά ένα καράβι φορτηγό βυθίζεται
Το φορτηγό που έρχεται από τα νησιά
Κι είναι το φορτηγό πουλιά γεμάτο
Χιλιάδες πουλιά από τα νησιά
Χιλιάδες πνιγμένα πουλιά.
              "Θέαμα και Ιστορίες" μετάφρ. Γιάννης Βαρβέρης

Το πουλί -λύρα ή σελίδα γραπτού

Δύο και δύο τέσσερα
τέσσερα και τέσσερα οχτώ
οχτώ κι οχτώ κάνουν δεκάξι.
Επαναλάβατε! λέει ο δάσκαλος.
Δύο και δύο τέσσερα
τέσσερα και τέσσερα οχτώ
οχτώ κι οχτώ κάνουν δεκάξι.
Μα να το πουλί-λύρα
που περνά στον ουρανό.
Το παιδί το βλέπει,
το παιδί το ακούει,
το παιδί το φωνάζει:
Σώσε με, παίξε μαζί μου, πουλί!
Τότε το πουλί κατεβαίνει
και παίζει με το παιδί.
Δύο και δύο τέσσερα.
Επαναλάβατε! λέει ο δάσκαλος.
Και το παιδί παίζει,
το πουλί παίζει μαζί του…
Τέσσερα και τέσσερα οχτώ
οχτώ κι οχτώ κάνουν δεκάξι
δεκάξι και δεκάξι πόσα κάνουν;
Δεν κάνουν τίποτα δεκάξι και δεκάξι
και προπάντων όχι τριάντα δύο
έτσι ή αλλιώς και φεύγουν.
Και το παιδί έκρυψε το πουλί
μες στο θρανίο του
κι όλα τα παιδιά
ακούν το τραγούδι του
κι όλα τα παιδιά ακούν τη μουσική
κι οχτώ κι οχτώ στη βόλτα τους φεύγουν
και τέσσερα και τέσσερα και δυο και δυο
στη βόλτα τους το σκάνε
κι ένα κι ένα δεν κάνουν ούτε ένα ούτε δύο
ένα ένα το ίδιο φεύγουν.
Και το πουλί-λύρα παίζει
και το παιδί τραγουδάει
κι ο καθηγητής φωνάζει:
Πότε θα πάψετε να κάνετε τον καραγκιόζη!
Μα όλα τ’ άλλα παιδιά ακούν τη μουσική
και οι τοίχοι της τάξης
σωριάζονται ήσυχα.
Και τα τζάμια ξαναγίνονται άμμος
το μελάνι ξαναγίνεται νερό
τα θρανία ξαναγίνονται δένδρα
η κιμωλία ξαναγίνεται ακρογιαλιά
το φτερό ξαναγίνεται πουλί.

Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΥΛΙ:
ταινία κινουμένων σχεδίων σε σενάριο του Ζακ Πρεβέρ


Στον ύπνο μου απόψε είδα πάλι πως ήμουνα λέει σοφός.
Οι άνθρωποι γύρω χορτάτοι κοιτούσαν και βλέπανε πως...
κυλούσε γλυκά η ζωή τους...
Αφέντες κακό πουθενά...χιλιάδες παιδιά στα ποτάμια
ψαρεύανε φως στα νερά…Και το πιο περίεργο από όλα :
Φωλιά η βουλή για πουλιά...
               Ανδρέας Θωμόπουλος [το τραγουδάει ο Π. Σιδηρόπουλος στην ταινία ''ο ασυμβίβαστος'']


χορευτικά πουλιά...

Γ. Σεφέρης :  Νιζίνσκι

Μαύρος Κύκνος...


Ο ΓΛΑΡΟΣ ΙΩΝΑΘΑΝ








τι είναι έρωτας;

Στο δάσος έστησα του Πόθου όλα τα ξόβεργα,
κι έπιασα τα πιο γνώριμα πουλιά και τα πιο ξένα,
κι εκείνα, που όσο κελαϊδούν, και τα βουβά,
και τ’ άσπρα και τα κίτρινα και τα σμαλτοχυμένα,
Κι όσα πικροδαγκώνουν, και τα πιο απαλά,
και τα πουλιά που σέρνονται σα λαβωμένα χάμου,
και τ’ άλλα με τ’ ανήσυχα πλατιά φτερά·
και σ’ άλλο δάσος τ’ άφησα· μες στην καρδιά μου.
                                                         Κ. Παλαμάς


τι είναι ποίηση;

Αλλά με τις ξόβεργες μπορεί να πιάνεις πουλιά, δεν πιάνεις ποτέ το κελαηδητό τους. Χρειάζεται η άλλη βέργα, της μαγείας, και ποιος μπορεί να την κατασκευάσει αν δεν του ’χει από μιας αρχής δοθεί;
                                                                                                                  Οδ. Ελύτης

Συχνά για να περάσουνε την ώρα οι ναυτικοί
άλμπατρος πιάνουνε, πουλιά μεγάλα της θαλάσσης,
που ακολουθούνε σύντροφοι, το πλοίο, νωχελικοί,
καθώς γλιστράει στου ωκεανού τις αχανείς εκτάσεις.

Και μόλις στο κατάστρωμα του καραβιού βρεθούν
αυτοί οι ρηγάδες τ' ουρανού, αδέξιοι, ντροπιασμένοι,
τα κουρασμένα τους φτερά στα πλάγια παρατούν
να σέρνονται σαν τα κουπιά που η βάρκα τα πηγαίνει.

Πως κοίτεται έτσι ο φτερωτός ταξιδευτής δειλός
τ' ωραίο πουλί τι κωμικό κι αδέξιο που απομένει
ένας τους με την πίπα του το ράμφος του χτυπά
κι άλλος, χωλαίνοντας, το πως πετούσε παρασταίνει.

Ίδιος με τούτο ο Ποιητής τ' αγέρωχο πουλί
που ζει στη μπόρα κι αψηφά το βέλος του θανάτου,
σαν έρθει εξόριστος στη γη και στην οχλοβοή
μεσ' στα γιγάντια του φτερά χάνει τα βήματά του
                                                        Σαρλ Μπωντλέρ



Βαδίζεις σε μιαν έρημο. Ακούς ένα πουλί που κελαηδάει. Όσο κι αν είναι απίθανο να εκκρεμεί ένα πουλί στην έρημο, ωστόσο εσύ είσαι υποχρεωμένος να του φτιάξεις ένα δέντρο. Αυτό είναι το ποίημα. 
                                                                                                                   Κ. Δημουλά


Εκρηκτικό πόρισμα, της Κ. Δημουλά

Κυνηγέ,
υποπτεύομαι γιατί σκοτώνεις τα πουλιά.
Τα απωθημένα σου φτερά εκδικείσαι.

Λυτρώσου.
Όλων μας σχεδόν τα πετάγματα
κάποια τα βρήκε αζύγιαστη
ή ζυγιασμένη σφαίρα.

Είτε σκάρτο νερουλό ήτανε το Ικάριο
κερί
είτε γιατί ο ήλιος είναι συνεργάσιμος
μονάχα με τη δύση του
είτε γιατί κατά την απογείωση εξερράγη
εκρηκτικός αντίπαλος.

Υπολόγισε τώρα τι φτερά ταπείνωσε
ενός κλουβιού το ύψος ότι τάχα
κελαηδούσαν γήινα καθημερινά
λες και η ανάγκη υπέργεια να κελαηδήσεις
δεν είναι γήινη δεν είναι καθημερινή.

Μνημονεύω χώρια, με ευλάβεια προσευχετική
τα αυτοκτόνα εκείνα πετάγματα
με σφαίρα που κρυφά τους επρομήθευσε
του ακατανόητου η μεγάλη γενναιότης
δεδικαίωται:
η νεκροψία όλης αυτής της καντεμιάς
έδειξε πως τα μόνα καλότυχα φτερά
τα είχε η ματαιότης.

Ηρέμησε λοιπόν.
Έχω κι εγώ ένα σωρό απωθημένους ουρανούς
μα δε σκοτώνω άστρα.

Και αν καμιά φορά από μανία αδέσποτη συμβεί
κάποιο να σημαδέψω
το πολύ να κλείσω τον τραυματία κελαηδισμό του
σ' ένα κλουβάκι στίχου φευγαλέο.
                                                  Από τη συλλογή Ήχος Απομακρύνσεων 


Πού είναι τα πουλιά;

                       Στον Μιχάλη Πιερή

Πού είναι τα πουλιά;
Ατσάραντοι και λιάροι κι' αητομάχια
συκοφάγοι και κατσουλιέρες και κοτσύφια
τσουτσουλιάνοι και τσαλαπετεινοί και τσόνοι
καλημάνες και καλατζάκια και τσιμιάλια
τσιπιριάνοι και τσικουλήθρες και σπέντζοι
τετεντίτσες και τουρλουμπούκια και κίσσες
καλοκερήθρες και σηκονούρες και ασπροκόλια
μπεκανότα και δοδόνες και κολοτριβιδόνες
ξυλοτρούπιδες και σπίγγοι και τρουποφράχτες
κοκκινονούρες και τρυγονόλιαροι και μυγουσάκια
γαϊταρίθια και σβουρίτζια και σγουρδούλια
θεοπούλια και μυγούδια και σπίνοι;

Πού είναι ο κοκκινολαίμης;
Πού είναι τα παπιά;
Κρινέλια και γερμάνια και ψαλίδες
ξυλόκοτες και μπάλιζες και σουγλοκόλια
γερατζούλια και ντελίδες και μαυρόπαπα
ψαροφάγοι και τουρλίδες και ζαγόρνα
λαγοτουρλίδες και τσιλιβίδια και βουτουλάδες;
Πού είναι ο Μολοχτός κι' ο Πάπουζας;
Η Αβοκέτα κι ο Καλαμοκανάς;
Πού είναι οι συκοπούλες οι βουλγάρες κι' οι σιταρίθρες
τα βατοπούλια τα κουφαηδόνια κι' οι αερογάμηδες
οι φάσες και οι σπαθομύτες
τα κιρκινέζια κι' οι χαλκοκουρούνες;
Πού είναιο μπούφος ο χουχουλόγιωργας κι' ο κούκος
ο νυχτοκόρακας ο γκιόνης κι' ο καράπαπας;
Πού είναι
τα ξεφτέρια τα γεράκια και οι αετοί;
Πού είναι ο Ντρένιος ο Καλογιάννης και ο Μπέτος;
Πού είναι οι Μαυροσκούφηδες;
                                 Γιώργης Παυλόπουλος



Ήρθεν η ώρα κι ο καιρός, κ' η μέρα ξημερώνει,       
να φανερώσει ο Ρώκριτος το πρόσωπο, που χώνει.
Εφάνη ολόχαρη η αυγή, και τη δροσούλα ρίχνει,
σημάδια τση ξεφάντωσης κείνη την ώρα δείχνει. […]
Χαμοπετώντας τα πουλιά εγλυκοκιλαδούσαν,
στα κλωναράκια τω' δεντρών εσμίγαν κ' εφιλούσαν.
Δυό-δυό εζευγαρώνασι, ζεστός καιρός εκίνα,
έσμιξες, γάμους, και χαρές εδείχνασι κ' εκείνα.      
Εσκόρπισεν η συννεφιά, οι αντάρες εχαθήκαν,
πολλά σημάδια τση χαράς στον Ουρανό εφανήκαν.
Παρά ποτέ τως λαμπυρά, τριγύρου στολισμένα,
στον Ουρανό είν' τα νέφαλα σαν παραχρουσωμένα.
Τα πάθη πλιό δεν κιλαδεί το πρικαμένο αηδόνι,       
αμέ πετά πασίχαρο, μ' άλλα πουλιά σιμώνει.
Γελούν τση Χώρας τα στενά, κ' οι στράτες καμαρώνουν,
όλα γρικούν κουρφές χαρές, κι όλα τσι φανερώνουν.

Και μες στη σκοτεινή φλακήν, οπού'το η Αρετούσα,
εμπήκα' δυό όμορφα πουλιά, κ' εγλυκοκιλαδούσα'.       
Στην κεφαλήν της Αρετής συχνιά χαμοπετούσι,
και φαίνεταί σου και χαρές μεγάλες προμηνούσι.
Πάλι με τον κιλαδισμόν απ' τη φλακήν εφύγαν,
αγκαλιαστά, περιμπλεχτά τσι μούρες τως εσμίγαν.
                            από τον Ερωτόκριτο του Β Κορνάρου




THE BIRDS,1963




BIRDY, ο άνθρωπος πουλί [1984]
του Άλαν Πάρκερ βασισμένη σε μυθιστόρημα του Ουίλιαν Γουόρτον:
Ο Μπέρντυ , αέρινος και ολίγον ιδιαίτερος χαρακτήρας, μια μηχανική ιδιοφυία, θαυμάζει τα πουλιά. Προσπαθεί, σαν σύγχρονος Ντα Βίντσι, μελετώντας τα να τα «αντιγράψει»... ονειρεύεται να «πετάξει» κι αυτός με τα αυτοσχέδια φτερά του..



            Μελαγχολική ιστορία

Ὑπάρχει ἕνας φάρος σὲ μία προβλήτα ἐρημική.
Στὴ ρίζα τοὺ ἕνα λαδὶ παγκάκι.
Πικρὸ λαδί, στὸ χρῶμα τοῦ καημοῦ.
Ἕνα μοναχικὸ παγκάκι, σὲ μιὰ μοναχικὴ προβλήτα,
κάτω ἀπὸ τὸν πιὸ μοναχικὸ φάρο τοῦ στερεώματος.
Ἂν τύχει καὶ καθίσει ἄνθρωπος ἀπελπισμένος
μπορεῖ ν’ ἀκούσει, στὴ γλώσσα τοῦ τριγμοῦ τῶν ξύλων,
τὴν ἱστορία τοῦ σπουργίτη ποὺ μαράζωσε
‘κει δὰ μπροστὰ ποὺ γίνεται ἁλάτι τὸ νερό,
καὶ γιὰ τὴν πέρκα ποὺ ἔγειρε τὸ πλουμιστό της σῶμα
στὸ βυθὸ καὶ πέθανε
ὅταν διαπίστωσαν τὸ τέλειο ἀδιέξοδο
στὸν ἔρωτα πουλιοῦ μὲ ψάρι.
                             Γ. Θεοχάρης

                         
                τ' άγρια πουλιά τα ημερεύω...
θα πάω να φτιάξω μια φωλιά στον ουρανό...

                    κόνδορας   
ο αετός/σύμβολο ελευθερίας της λατινικής αμερικής
και το πέταγμά του...
           el condor pasa
το παραδοσιακό τραγούδι που έκαναν διάσημο με τη διασκευή τους οι Simon and Garfunkel





Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2012


ΛΥΚΕ ΛΥΚΕ ΕΙΣΑΙ ΔΩ..;                                                                                                   


Αν πάρεις δέκα σκυλιά και πας και τ’ αφήσεις σ’ έναν αγριότοπο, σε μια ερημιά απ’ όπου δεν περνάει ψυχή ζώσα, τα σκυλιά αυτά μέσα σε λίγες εβδομάδες θα ξαναγίνουν λύκοι...

                                            Και με το φως του λύκου επανέρχονται, Ζυράννα Ζατέλη




Κάθε παιχνίδι έχει μια νίκη και μια ήττα
κι από παιδί το ξέρω, πριν την αλφαβήτα
όμως απόψε ούτε νίκη, ούτε ήττα.
Από μωρό κοιμάμαι με το φως σβησμένο
απ' το σκοτάδι ξέρω τι να περιμένω.
Έχω ένα λύκο στο μυαλό μου αναθρεμμένο.
Κι όσο τη γη αυτή γυρίζει με ένα σώμα
δεν έχει κλείσει τις παρτίδες του ακόμα.
Κι όσο στο στήθος η καρδιά του θα χτυπάει
θα τον κρατάει αυτή η ζωή κι ας μην του πάει.
Περνούν οι άνθρωποι νερό, σιγά το νέο
έχω γνωρίσει ένα ποσοστό γενναίο
μέσα στη θλίψη έχω μάθει να αναπνέω.

Και κάθε τόσο που γεμίζει το φεγγάρι
βγάζω το λύκο πριν τον πάρουνε χαμπάρι
από τη νύχτα τους εκδίκηση να πάρει.

Κι όσο τη γη αυτή γυρίζω με ένα σώμα
δεν έχω κλείσει τις παρτίδες μου ακόμα.
Κι όσο στο στήθος η καρδιά μου θα χτυπάει
θα με κρατάει αυτή η ζωή κι ας μη μου πάει.
                                  Γεράσ. Ευαγγελάτος
  [προσοχή στην εναλλαγή προσώπου: από γ' σε α' ]






















Γεννιόμαστε σαν λύκοι και πεθαίνουμε σαν τα σκυλιά...
                                 Μανιφέστο,  Μωρά στη Φωτιά

Ψάχνω το λύκο στο δάσος, θηρίο της πόλης εγώ
ζούμε κι οι  δυο από λάθος και μοιάζουμε σαν δυο σταγόνες νερό.
Δεν έχω σημάδια στο σώμα, στα τέσσερα εγώ δεν περπατώ
κι όμως -λέει-μας φτύσαν στο στόμα κι απόχτησα ένα δίδυμο αδερφό.
Σε ποιο παραμύθι βουλιάζω , τον κόκκινο μου σκούφο φορώ,
δεν σε φοβάμαι, στις πόλεις ουρλιάζω και φύλακα έχω πιστό,
τον καλό κυνηγό.
Ο λύκος δεν σκοτώνει χορτάτος, εγώ και χορτάτος χτυπώ
και μες στο μυαλό μου με πάθος , το επόμενο θύμα ζητώ.
Ο λύκος φοβάται μονάχος, εγώ και μόνος μου ζω
σίγουρα έγινε λάθος, δεν έχουμε τίποτα κοινό.                                       
                                              Δ. Τσακνής


"Κάποτε ζούσε ένας άντρας που τον έλεγαν Χάρυ, αλλά το κύριο όνομα του ήταν Λύκος της Στέπας. Πήγαινε με τα δυό πόδια, ντυνόταν κι ήταν ένας άνθρωπος, στην πραγματικότητα όμως ήταν ένας Λύκος της Στέπας
Στο «Λύκο της στέπας» (1927) οι ψυχαναλυτικές εμπειρίες του Έσσε δημιουργούν την εικόνα του αρπακτικού θηρίου, για να δηλώσουν το αχαλίνωτο ορμέμφυτο και το χαοτικό στοιχείο του ανθρώπου που δεν καταφέρνει να συμβιβάσει το θεϊκό με το δαιμονικό μέρος του, τα ένστικτα με το πνεύμα…"
                                                   ...η συνέχεια και ένα μικρό απόσπασμα


Είναι δώδεκα η ώρα, είναι η ώρα των τρελών..
λύκε, λύκε μου, καλέ μου
λύκε, λύκε μου είσαι εδώ;
..όμορφο μου προβατάκι τι γυρεύεις μες στο δρόμο;




Είναι οι ανάσες των λύκων ,
που τριγυρνάν' μέσα στο σώμα μου.
Είναι οι ανάσες των λύκων,
που ξαγρυπνάν' κάτω απ' το στρώμα μου.
Είναι οι ανάσες των λύκων,
που σταματούν έξω απ' την πόρτα μου.
Είναι οι ανάσες των λύκων,
που κυβερνούν την άγρια χώρα μου..
                                      Γ. Αγγελάκας







λύκοι, λυκάνθρωποι και μουσική



"Η ηρωίδα του βιβλίου δεν είναι ένα κοριτσάκι όπως όλα τ’ άλλα. Μάλλον σα νέα γυναίκα μοιάζει. Αθώα και γνωστική, τρυφερή και σκληρή την ίδια ώρα. Και βλέπει τον κόσμο διαφορετικά από τα άλλα παιδιά της ηλικίας της. Παραδείγματος χάριν στο παραμύθι με τα γουρουνάκια και το λύκο: «Το λύκο λυπόμουνα συνήθως. Πώς θα καταπιεί τόσα γουρουνάκια μονομιάς;» " [Λ. Φουρουκλάς]



Πείτε μου ακόμα αν έρχεται στην άκρη του χωριού
ο λύκος του θανάτου τους χειμώνες,
που, σαν κουνούσε την ουρά, το γάλα έπηζε
στα τρομαγμένα στήθη απ' τις λεχώνες.
                      Θανάσης Παπακωνσταντίνου, San Michele 



Σ' αφήνω λύκε
Και συ που το όνομα σου στ' αρχαία χρόνια ήτανε φως
μείνε και ψόφα στο σκοτάδι
Πάω να βρω τους φίλους μου
Θα πω τ' ανομολόγητα, και θα σε καταδώσω
                                     Τ. Τσανακλίδου






Υπάρχουν και καλοί λύκοι ...;


Ένας λύκος κάθε βράδυ 
μου τηλεφωνάει
λέει πως είναι άγριος
κι ότι θα με φάει...
...Λύκε, λύκε που γυρίζεις
μοναχός στο χιόνι
έχω τη μανούλα μου
και δεν είμαι μόνη
Ένας λύκος κάθε βράδυ
μου τηλεφωνάει
και μου λέει παραμύθια
και μου τραγουδάει
Λύκε, λύκε δεν πιστεύω
ό,τι κι αν μου λες
ξέρω ότι είσαι μόνος
και τα βράδια κλαις..
                 Χρήστος Ρουμελιωτάκης


Αργύρης Χιόνης

Ένας Λύκος Αισθηματίας

Διψάω γι' αγάπη
πεινάω γι' αγάπη
πονάω γι' αγάπη.
Ουρλιάζω γι' αγάπη
πεθαίνω γι' αγάπη αλλά
Είμαι ο λύκος ο κακός
ο λύκος και δε γίνεται.
Δεν είναι δυνατόν τέτοια
αισθήματα να έχω.
Γιατί αν το μάθουνε
τα πρόβατα
θα πέσουνε να με σπαράξουν.


                                                 dances with wolves..

κείμενο του Νίκου Σαραντάκου στο ιστολόγιό του ο φιλόσοφος και ο λύκος [με πολλά και ενδιαφέροντα σχόλια]


Ο ΚΑΛΟΣ ΛΥΚΟΣ ΤΟΥ ΑΡΚΑ

όλο το κόμικ

Όταν τα τρία μικρά λυκάκια χτίζουν ένα σπίτι από τούβλα, ο Ρούνι Ρούνι, το ύπουλο κακό γουρούνι, το γκρεμίζει με το σφυρί του. Όταν χτίζουν ένα σπίτι από τσιμέντο, το γκρεμίζει με το κομπρεσέρ του! 
Τι πρέπει να κάνουν τα τρία μικρά λυκάκια για να γλιτώσουν; 


το σύγχρονο παραμύθι του ευγένιου τριβιζά
παραμύθια και στερεότυπα
ακόμη :   ΕΔΩ 
μια παρόμοια εργασία με στόχο την «ανίχνευση της επίδρασης του κινήματος της
Πολιτικής Ορθότητας σε κλασικά κείμενα της παιδικής λογοτεχνίας στα οποία κεντρικός πρωταγωνιστής είναι ο λύκος.Η πολιτική ορθότητα ξεκίνησε ως μια αυθόρμητη κίνηση προστασίας και προφύλαξης μειονοτικών και άλλων ευαίσθητων κοινωνικών ομάδων από στερεοτυπικές, ρατσιστικές ιδέες και προσβλητικές λεκτικές διατυπώσεις. Στη συνέχεια μετατράπηκε σε οργανωμένο ιδεολογικό και πολιτικο-κοινωνικό κίνημα, οι ακτιβιστές του οποίου, χρησιμοποιώντας μια "πολιτικώς ορθή" γλώσσα, επιδίωξαν να παρουσιάσουν μια διαφορετική,αξιοπρεπή και πολιτισμικά σαφή εικόνα για τα μέλη των ευαίσθητων κοινωνικών ομάδων και να αναζητήσουν γενικότερα την πολιτισμική ευαισθησία και το σεβασμό για τον "άλλο" . Πολύ γρήγορα το κίνημα της πολιτικής ορθότητας, οδηγήθηκε σ’ ένα υποκριτικό καθωσπρεπισμό, πέρασε στην αντίφαση του περιορισμού και ελέγχου της σκέψης, εφόσον δεν υπήρχε χώρος στην «πολιτικά ορθή» άποψη για κάποια αμφισβήτηση, με αποτέλεσμα μια σταδιακή συρρίκνωση και μια ουσιαστική απονεύρωση του κινήματος.»


αν διάβαζε όλα τα παραπάνω η τίγρης, θα ζήλευε - και με το δίκιο της...
Έχω μια τίγρη μέσα μου, άγρια λιμασμένη
π' όλο με περιμένει
κι όλο την καρτερώ,
τηνε μισώ και με μισεί, θέλει να με σκοτώσει,
μα ελπίζω να φιλιώσει
καιρό με τον καιρό...


Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2011

να τα πούμε; [πέστε τα..]

Την πόρτα ανοίγω το βράδυ,
τη λάμπα κρατώ ψηλά,
να δούνε της γης οι θλιμμένοι,
να ’ρθούνε, να βρουν συντροφιά.

Να βρούνε στρωμένο τραπέζι,
σταμνί για να πιει ο καημός
κι ανάμεσά μας θα στέκει
ο πόνος, του κόσμου αδερφός.

Να βρούνε γωνιά ν’ ακουμπήσουν,
σκαμνί για να κάτσει ο τυφλός
κι εκεί καθώς θα μιλάμε
θα ’ρθει συντροφιά κι ο Χριστός.
                τάσος λειβαδίτης



ευγένιος τριβιζάς: ένα δέντρο, μια φορά


χορταστικό αφιέρωμα της ''καθημερινής'' στους μήνες δεκέμβριο και ιανουάριο

παράσταση του εθνικού θεάτρου : το παλτό(ν. γκόγκολ)

Το παιδί με τα σπίρτα

Το παιδί της μεγάλωσε.
Έκλεισε σήμερα τα έξι χρόνια.
Το χτένισε όμορφα.
Δε θα ‘χει πια ανάγκη.
Περνά και το βλέπει.
Στη γωνιά της πλατείας
στέκει σαν άντρας.
Απ’ τα πέντε κουτιά τα σπίρτα
έχει κιόλας
πουλήσει τέσσερα. – Παίζει ο χειμώνας
στα δέκα του δάχτυλα.
Έγινε νύχτα.
Κοιτάζει η μητέρα του δεξιά της, ζερβά της,
απάνω και κάτω. Σκοτάδι:
“Ας μπορούσεν ανάβοντας το παιδί  μου ένα σπίρτο
        να φωτίσει τον κόσμο”.

                                       νικηφόρος βρεττάκος



Το τραγούδι του Αντρέα            

Πρωτοχρονιά παραμονή
-σε βλέπω που κοιμάσαι
στου ονείρου σου τη μουσική
ευτυχισμένος νά 'σαι.
Τον ύπνο σου ζεσταίνουνε
-κι ας είναι η νύχτα κρύα
τα δώρα που σε καρτερούν από την Καισαρεία.

Για σένα ο κόσμος κι ο καιρός
δεν λιώνουν σαν τους πάγους.
Έχεις Χριστό και Παναγιά,
αστέρι και τρεις μάγους.
Έχεις το ψέμα της γιορτής
και τη φωτιά της νιότης.
Πρίγκηπας είσαι και φτωχός,
προσκυνητής και ιππότης.

Πώς να σου πω πως δεν υπάρχει Αγιοβασίλης;
Σε ποιόν το γράμμα σου θα στείλεις
για να ζητήσεις τα παιχνίδια που αγαπάς.
Όταν μονάχος σου στη γη θα περπατάς
παντού κλεισμένες πόρτες πόρτες θα χτυπάς.
Χρήμα και χρόνο πάντα θα χρωστάς
κι αγάπη δανεική θα οφείλεις
πώς να σου πω πως δεν υπάρχει Αγιοβασίλης;

Πρωτοχρονιά παραμονή
-ακόμα ένας χρόνος.
Άλλο ένα βήμα στα τυφλά,
ένας ακόμα πόνος.
Θά`ρθουν πολλά κι άλλα πολλά
ατέλειωτη θητεία
ταξίδι ωραίο η ζωή
σπουδή και μαθητεία.

Να το θυμάσαι, είσαι παιδί
κι αν θες παιδί να μείνεις
κρύψε στη μέσα σου ψυχή
πίσω σου όσα αφήνεις.
Για να τα βρεις έναν καιρό
μπροστά σου φωτισμένα
και μες στης μνήμης τον σωρό
να θυμηθείς κι εμένα.

                                        γιώργος ανδρέου



Χριστούγεννα
Αντέχονται βέβαια σχεδόν όλες οι δοκιμασίες,
αυτό δα έλειπε, από τέτοιες περιπέτειες
να μη βγαίνεις ζωντανός, κι ίσως στο τέλος πάλι ολόρθος.

Όμως να, θα 'ρθουνε πάλι Χριστούγεννα και φέτος
ταψιά, χαμόγελα, βιτρίνες, επισκέψεις, έλατα φορτωμένα...
(πέρσι σου αρνήθηκα ένα στολισμένο δέντρο,
αρνήθηκα τα κάλαντά σου, μπαχτσίσι σού αρνήθηκα)

Δεν υπάρχουν Χριστούγεννα. Τα παιδιά με τα τριγωνάκια
φέτος πεθαίνουν∙ οι μάνες φουρνίζουν μπακλαβάδες
δηλητήριο∙ παππούδες τής παράδοσης χαρίζουνε στα εγγόνια
πληρωμένους δολοφόνους∙ ως και η θάλασσα κοχλάζει –τέτοιον καιρό.

Πέρσι φαινότανε ρουτίνα, φέτο κατάληξε κραυγή∙
όλα εδώ πληρώνονται, κι οι αρνήσεις στα μπαχτσίσια και στα κάλαντα.
                                    γιάννης καρατζόγλου


Χριστούγεννα...
Δεν περιμένω όμως τίποτα πια
Τον Αϊ Βασίλη απλώς τον λέγαν μπαμπά
Κι είν' ένας πρώην Έλλην αριστερός
Ένας θνητός
Με τ' όνειρό του δίχως στέγη καμιά
Και το ανοιξιάτικο κορίτσι – μαμά
Πλακώνεται απ' τη συνταγή την παλιά
Οι μυρωδιές μυρίζουν κάτι βαρύ
Κάποια πληγή
Που απλώς δεν θέλουμε ν' ανοίξει ξανά
Χριστούγεννα...




από το βλέμμα του ''οδυσσέα''


    Καλέ μου φίλε σου γράφω για να παρηγορηθώ
                και εξ αιτίας της απόστασής μας, τρελά θα εξηγηθώ.
             Μα από τότε που λείπεις, παρατήρησα ξανά
                                           πως ο γέρο-χρόνος έφυγε μα κάτι ακόμα εδώ δεν προχωρά..




Τα γόνατά μου κάνουν χρίτσι χρίτσι.
Μεγαλώνω.
Το χάνω κάθε χρόνο το παιχνίδι
με το χρόνο...
ήταν ανάγκη να συμβεί και σε μένα;;;;;



κι όποιος είπε και του χρόνου,
θα εννοεί πως δεν τελειώσαμε φέτος,
ευτυχές και στο χέρι μας το νέο έτος...




Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2011

retro for ever ! (πινακοθήκη αειθαλών ασμάτων)

''σπουδή στην απουσία'' [1] :


Πού να 'σαι αλήθεια το βράδυ αυτό
που είμαι μόνος, μα τόσο μόνος
και που μαζί μου παίζουν κρυφτό
πότε η πλήξη και πότε ο πόνος...

Πού να 'σαι αλήθεια το βράδυ αυτό
που με χτυπάει τ' άγριο τ' αγέρι
να 'ρθεις και μ' ένα φιλί καυτό
να με γεμίσεις με καλοκαίρι

Ας ερχόσουν για λίγο
μοναχά για ένα βράδυ..



''σπουδή στην απουσία'' [2]:


Μπορεί να σ' έφερε τ'αγέρι τις μαργαρίτες που μαδά
Μπορεί να σ' έφερε το κύμα στην αμμουδιά που τραγουδά
Μπορεί να σ' έφερε η χαρά, μπορεί να σ' έφερε η λύπη
μα ειν' αργά,πολύ αργά να μου ξυπνήσεις καρδιοχτύπι...



''απολογία ενώπιον μαρτύρων'' :


Ζητάτε να σας πω
τον πρώτο μου σκοπό
τα περασμένα μου γινάτια
ζητάτε είδα μάτια
με σκίζετε κομμάτια...

Σε μια παλιά πληγή
που ακόμα αιμορραγεί
μη μου γυρνάτε το μαχαίρι
αφού ο καθένας ξέρει
τι πόνο θα μου φέρει

Είναι πολύ σκληρό
να σου ζητούν να τραγουδήσεις
έναν παλιό σκοπό
που προσπαθείς να λησμονήσεις

Στο γλέντι σας αυτό
δε θα  τανε σωστό
αντί για άλλο πιοτό
να πιω εγώ φαρμάκι
μ' ένα τέτοιο τραγουδάκι

Γελάτε ειρωνικά
και λέτε μυστικά
ίσως με κάποια καταφρόνια
μια και περάσαν χρόνια
εσύ τι κλαις αιώνια

Γιατί βαρυγκωμείς
δεν είδαμε και μεις
μια ομορφιά σ' αυτή τη ζήση
δεν πήραμε απ' τη φύση
καρδιά για ν' αγαπήσει

Αχ, δεν είν' οι καρδιές
όλες το ίδιο καμωμένες
ούτε κι οι ομορφιές
στον κόσμο δίκαια μοιρασμένες

Και μες στη συντροφιά
σε κάθε ρουφηξιά
ξεχνώ μιαν ομορφιά
που γέμιζε μεράκι
το παλιό μου τραγουδάκι





''ήρθε για να μείνει'' 
          ή ''προσοχή εύθραυστον'' :


Πολλές αγάπες γνώρισα,
αγάπησα και χώρισα,
μα όπου κι αν γυρνούσα,
εσένα ζητούσα...

Στα όνειρα τα χίλια μου,
σε γύρευαν τα χείλια μου,
σε γύρευε η ψυχή μου,
κι οι πόθοι οι κρυφοί μου...
 




''πρωί,μεσημέρι,απόγευμα,βράδυ και πάλι πρωί..'' :
(όπως το φιλμ ''άνοιξη,καλοκαίρι,φθινόπωρο,χειμώνας και άνοιξη'')


Ξεκινήσαμε πρωί
κι είναι μεσημέρι
άσ' το το χεράκι σου...
να σου το κρατώ..


Θά 'ρθει και το δειλινό
με το πρώτο αστέρι
ξεκινήσαμε πρωί
κι είναι μεσημέρι

Έχουμ' ως τ' απόγευμα
δρόμο αρκετό
τίποτ' άλλο αγάπη μου
τώρα δεν ζητώ

Ας το το χεράκι σου
το μικρό σου χέρι
άσ' το το χεράκι σου
να σου το κρατώ

Τώρα που νυχτώσαμε
σφίξε μου το χέρι
τώρα ακόμα πιο πολύ
το αναζητώ

Χάθηκε στα σύννεφα
το μικρό τ' αστέρι
τώρα που νυχτώσαμε
σφίξε μου το χέρι

Μη σε νοιάζει που το φως
είναι λιγοστό
και περπάτα δίπλα μου
όπως περπατώ




'' just:στάσου μύγδαλα...''




''θρησκευτικός παροξυσμός'':
ένα πρωινό, η Παναγιά μου..






''μελό-μελό-μελό , πιο μελό δεν πάει..'':


μη μου μιλάς γι' αγάπη,
σαν κλαίνε τα πουλιά...


ΕΠΙΜΥΘΙΟ:
''ο γλάρος και η βάρκα'',
''το γεράνι κι η πεταλούδα'',
''το φεγγάρι κι η λεύκα'' :

Μια βάρκα ήταν μόνη της σε θάλασσα γαλάζια
κι ήτανε κι ένας γλάρος με ολόλευκα φτερά
κι όλο την κοντοζύγωνε για να της κάνει νάζια
και τις φτερούγες του έβρεχε στα γαλανά νερά

Και ζήλεψα τη βάρκα τη μικρή τη χιονάτη
που της φιλούσε ο γλάρος το κατάλευκο πανί
Και νοιώθω σαν βαρκούλα στα γαλάζια τα πλάτη
που όλο περιμένει κάποιο γλάρο να φανεί

Ένα γεράνι κόκκινο λουλούδισε στη γλάστρα
κι ήρθε μια πεταλούδα που πετούσε σαν τρελή
Και ποιος να ξέρει άραγε τι του 'πε η ξελογιάστρα
και κείνο εκοκκίνισε ακόμα πιο πολύ

Και όλο συλλογιέμαι τα φτερά τ' ανοιγμένα
αλλά το τι να είπαν δεν το βρίσκω, ομολογώ
Ποιος άραγε το ξέρει να το πει και σε μένα
Ας τ' άκουγα από σένα κι ας κοκκίνιζα και 'γω

Χθες το φεγγάρι ασήμωσε της λεύκας μας τα φύλλα
που στέκονταν ακίνητη εκεί στην ερημιά
κι όταν ο Μπάτης φύσηξε της ήρθε ανατριχίλα

κι αμέσως τρεμουλιάσανε τα φύλλα τα ασημιά.