Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2012

ΠΟΥΛΙΑ [έχω και φτερά...πάμε μια βόλτα;]

Σε μια ρώγα από σταφύλι
έπεσαν οχτώ σπουργίτες
και τρωγόπιναν οι φίλοι.
Τσίρι - τίρι, τσιριτρό,
τσιριτρί, τσιριτρό! ... 
                       ζ. παπαντωνίου

Το χαζοπούλι στην αυλή βρήκε ένα ψίχουλο εκεί
στα χιόνια απ' το πρωί και το τσιμπάει...
Την παγωμένη μου καρδιά έτσι όπως πέφτει από ψηλά
το χιόνι τη σκεπάζει όσο πάει...
Κι αναρωτιέμαι απ' το πρωί, μα τι ζωή είναι αυτή;
Όσο της δίνω, άλλο τόσο μου ζητάει...
Κι ακούγεται από την αυλή μια "τσιριτρό" μια "τσιριτρί"
το χαζοπούλι με κοιτάζει και γελάει...
Μπορεί στ' αλήθεια "τσιριτρό" να πει: "όλοι με λέν' χαζό,
γιατί όποιος στήσει την παγίδα του με πιάνει"...
Κι ίσως σημαίνει "τσιριτρί": "εγώ είμ' ένα χαζό πουλί,
εμένα ο ουρανός αυτός μου φτάνει"...
Έχει καθίσει στην αυλή μέσα στα χιόνια απ' το πρωί
στα χιόνια απ' το πρωί και με κοιτάει...
Η παγωμένη μου καρδιά έχει θαφτεί πολύ βαθιά
όμως, ακόμη την ακούω να χτυπάει...
Τι χαζοπούλι είν' αυτό; Όλο κοιτάει στο κενό
τον παγωμένο ουρανό και τιτιβίζει...
Κι ακούγονται από μακριά οι φίλοι του κάτι πουλιά
σε λίγο ίσως πάψει να χιονίζει...
Σε λίγο ίσως πάψει να χιονίζει...
                                             π. παυλίδης

Τίπι τίπι το σπουργίτι
πώς τσιμπά τ' αραποσίτι,
τίπι τα
έι κάποιος φωνή του βάζει
το καημένο πως τρομάζει,
τίπι τα...
             γιάννης νεγρεπόντης [μουσική μ. λοίζου]





Σν μαθε τ λέξη καλησπέρα
παπαγάλος, επε ξαφνικά:
«Εμαι σοφός, γνωρίζω λληνικ
τ κάθομαι δ πέρα!»
Τν πράσινη ζακέτα του φορε
κα στ συνέδριο τν πουλιν πηγαίνει,
γι ν τος πε μι γνώμη φωτισμένη.
Παίρνει μι στάση λίγο σοβαρή,
ξεροβήχει, κοιτάζει λίγο πέρα
κα τος λέει: καλησπέρα!
λόγος του θαυμάστηκε πολύ.
Τ διαβασμένος, λένε, παπαγάλος!
Θναι σοφς ατς πολ μεγάλος,
φο μπορε κι νθρώπινα μιλε!
π᾿ τς νδίες φερμένος, ποις τ ξέρει
πόσα βιβλία μαζί του νχει φέρει,
μ τ σοφος μίλησε, κα πόσα
ν ξέρει στν γραμματικν τ γλώσσα!
«Κυρ-παπαγάλε, θχουμε τν τύχη
ν᾿ κούσουμε τ λς κα πάρα πέρα;»
παπαγάλος βήχει, ξεροβήχει,
μ τ ν πε; Ξανάπε: καλησπέρα!

                                    ζ. παπαντωνίου



παραδοσιακά πουλιά

                    να 'μαν πουλί...


                                                      γι' αυτό ζηλεύω τα πουλιά...

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΝΑ ΠΕΤΑΞΕΙ:
ΔΑΙΜΟΝΙΚΕΣ ΠΤΗΣΕΙΣ [αφιέρωμα 7ΗΜΕΡΕΣ Καθημερινής] - η ψυχή - πουλί  



μέρα μέρωσε,τώρα τα πουλιά, τώρα τα χελιδόνια,τώρα οι πέρδικες...
τραγουδούν,λαλούν και λένε: ξύπνα αφέντη μου..αγκάλιασε κορμί..[του γάμου]

ο αλκίνοος δίνει τη δική του εκδοχή[''μικρή πτητική θεολογία'']:
Είναι που τώρα τα πουλιά,τώρα τα χελιδόνια αποδημήσαν στ' ουρανού τη μέσα γειτονιά
Τώρα ο Χειμώνας θα κρατήσει χίλια χρόνια μέχρι στης άνοιξης να λιώσει τη φωλιά. 
Μέχρι η ανάσα σου να γίνει περιστέρι μέχρι να ανοίξει η αγκαλιά σου σαν φτερό..







παραμυθένια πουλιά:

Το παρδαλό πουλί


θεατρικά πουλιά [ουτοπικά..]

ΟΡΝΙΘΕΣ [βίντεο εκπ/κής τηλεόρασης]
Οι βέβηλες κότες που «δάγκωσαν» τον Τσάτσο
Τον Σεπτέμβριο του 1959, ο Κάρολος Κουν, με πλειάδα επίλεκτων συνεργατών (μεταξύ των οποίων ο Μάνος Χατζιδάκις στη μουσική και ο Γιάννης Τσαρούχης στα κοστούμια) σκηνοθετεί και παρουσιάζει στο Ηρώδειο μια διασκευή των «Ορνίθων» του Αριστοφάνη- στη σκηνοθετική γραμμή που δημιούργησε έκτοτε σχολή, προσθέτοντας δηλαδή ορισμένους αναχρονισμούς στην πιστή μετάφραση. Ανάμεσα στους αναχρονισμούς εκείνους και η μετατροπή του Ιεροφάντη σε χριστιανό παπά. Η παράσταση ήταν κάτι το καινούργιο, ξένισε το εθισμένο στην αρχαιοπρέπεια κοινό που θεώρησε ότι ο Κουν βεβηλώνει, μάλιστα με χυδαίο τρόπο, τα ιερά κείμενα. Ανάμεσα στους εξοργισθέντες και ο συντηρητικός λόγιος υπουργός Προεδρίας της κυβέρνησης Κωνσταντίνου Καραμανλή, Κωνσταντίνος Τσάτσος, που απαγόρευσε τη συνέχιση των παραστάσεων στο Ηρώδειο. Είχε μαζί του τον συντηρητικό Τύπο της εποχής, που την επομένη βοούσε. Τι για «υστερική Ορνιθομανία», έγραφαν, τι για «βεβήλωσι», «Αι Ορνιθες, ένα φιάσκο» έλεγε ένας πηχυαίος τίτλος, ενώ σε άλλο δημοσίευμα τονιζόταν: «Οποιος ανακατεύεται με τον Κουν τον τρώνε οι Ορνιθες». Η ανατρεπτική γραφή του Κουν χαρακτηριζόταν «νόσος που μαστίζει την πνευματική ζωή», ο σκηνοθέτης εγκαλούνταν για «απουσία ευθύνης απέναντι στα ιερά κληροδοτήματα» και οι συντελεστές της παράστασης κατηγορήθηκαν για «ασέβεια», «κυνικότητα», «αδυναμία κατανοήσεως των αρχαίων κειμένων» και, ειδικά ο Χατζιδάκις και για «χυδαιοτάτην μουσικήν»! Μόνο «ΤΑ ΝΕΑ» και «Το Βήμα» κράτησαν στάση αντίθετη στο ρεύμα. Ο σκιτσογράφος των «ΝΕΩΝ», μάλιστα, Φωκίων Δημητριάδης, δημοσίευσε στην εφημερίδα μια γελοιογραφία στην οποία ο Τσάτσος, κρατώντας μια κότα από το λουρί, βρίσκεται μπροστά στο ταμείο του Θεάτρου Τέχνης και ζητάει από τον ταμία Κάρολο Κουν δύο εισιτήρια... Στην Ιστορία δεν έμειναν οι κραυγές των εθναμυντόρων, αλλά μια πρωτοποριακή παράσταση και η γελοιογραφική παρομοίωση του Τσάτσου με κότα, που μολονότι πνευματικός άνθρωπος συντονίστηκε με την αγόμενη και φερόμενη κοινή γνώμη εναντίον της ελευθερίας έκφρασης. 
                                                                                      [του Ηλία Κανέλλη, εφημ. Τα Νέα,19/6/10] 


ξεφυλλίζοντας το πρόγραμμα μιας παράστασης ή παρακολουθώντας την σε βίντεο


καλοτάξιδα πουλιά...



ΤΑΞΙΔΙΑΡΙΚΑ ΠΟΥΛΙΑ, ντοκιμαντέρ του 2001
χρειάστηκε τρία χρόνια και γυρίσματα στις επτά ηπείρους για να ολοκληρωθεί, παρακολουθεί τα αποδημητικά πουλιά σε ένα ταξίδι που πραγματοποιούν κάθε χρόνο: αυτό της αναζήτησής τους για επιβίωση

αποδημητικά πουλιά [αφιέρωμα 7ΗΜΕΡΕΣ Καθημερινής]

η ελληνική ορνιθοπανίδα [αφιέρωμα 7ΗΜΕΡΕΣ]
Η σελίδα της ελληνικής ορνιθολογικής εταιρείας : ΕΔΩ

         
               Τάσος Κόρφης

Δεν ωφελεί να περιορίζεις τα πουλιά

Δεν ωφελεί να περιορίζεις τα πουλιά
με ξόβεργες, με σκιάχτρα, με κλουβιά,
να περιμένεις στις διαβάσεις των αποδημητικών
μερόνυχτα, να ρίχνεις τουφεκιές.
Ό,τι μπορεί να φτερουγίσει δε σκλαβώνεται∙
προετοιμάζεται στα θερμοκήπια των στερήσεων
προσμένοντας αργά ή γρήγορα την ώρα του.


                                           δε με λένε Σταύρο..μόνο Σταύρο με λένε...

υπερρεαλιστικά πουλιά..
             
             Α. Εμπειρίκος

Οι λογισμοί της ηδονής είναι πουλιά
Που νύχτα-μέρα διασχίζουν τον αέρα.
                                
                      Ν. Εγγονόπουλος: 
 Η Ύδρα των πουλιών
Μακρυνές συναυλίες, οπάλινες σπίθες, του πρώτου σπιτιού μας μέσ’ στη λαύρα του θέρους,
Στης Γης του Πυρός την αέναη θήρα, στους κάμπους, στα δάση, στα ουράνια,
Θ’ ασπασθώ απαλά της εικόνος τα χείλη, θα χαρίσω ελπίδες σ’ αχιβάδες και κάστρα
Που βουβά παραστέκουν σ’ όσ’ αγγίζουν οι Μοίρες, κι όταν δύουν στα πεύκα των ειδώλων φεγγίτες
Αυλακώνουν μ’ αλόγατα ξύλινα χαμοκέδρου θωπείες,
Θεωρίες σεπτές μυστικών δεινοσαύρων, στων νερών τις πλεκτάνες που τα ζώσανε κύκνοι,
Μαύροι κύκνοι, γαλάζιοι, όλο ιδέα, και πόθο που λες πάει να σβύση κι αποτόμως γυρεύει
Ν’ ανεβή πιο ψηλά, να γκρεμίση, να σπάση, παραθύρια ν’ ανοίξη, να φωνάξω, να κλάψη,
Να ρημάξω, ν’ αράξη, να σκιστή, να χαράξω στο χαλκό πιο βαθειά, πιο βαθειά,
Περιστέρια, λιοντάρια, των μαλλιών της τη νύχτα, του στρατιώτου το όπλο, τ’ αρβανίτικο χώμα,
Κι όπου φτάση, αν φτάση, φαντασία μετάλλου, λόγια που είπα η Πυθία σε ανύδρους εκτάσεις,
Τροπικούς και πηγάδια θα διαβή, ως να φέξη η αυγή η πλανεύτρα μ’ άυλων Κούρδων κραιπάλη,
Ν’ αγοράση κιθάρες που μου πνίγουν τα μάτια, ως να σύρω τα πέπλα που κρατά η σελήνη,
Στη μορφή μου να δέση τη μορφή των πουλιών.


             
        [από "Το καράβι του δάσους"]


ξέρω ότι
[...]
αν ήτανε δυνατό
ν’ αντικαταστήσω
τα ιερά σάβανα
της φωνής μου
με την αγάπη
που έχει
μια μεταφυσική μουσική κόρη
για τις μαύρες ομπρέλες της βροχής

ίσως τότες
μόνο τότες
θα μπορούσα να πω
τα φευγαλέα οράματα
της χαράς
που είδα κάποτες
―σαν ήμουνα παιδί―
κοιτάζοντας
ευλαβικά
μέσα στα στρογγυλά
μάτια
των πουλιών

           [Μπολιβάρ, ένα ελληνικό ποίημα]


Μπολιβάρ! Εἴσουνα πραγματικότητα καὶ εἶσαι, καὶ
τώρα, δὲν εἶσαι ὄνειρο.
Ὅταν οἱ ἄγριοι κυνηγοὶ καρφώνουνε τοὺς ἄγριους ἀε-
τούς, καὶ τ’ ἄλλα ἄγρια πουλιὰ καὶ ζῶα,
Πάν’ ἀπ’ τὶς ξύλινες τὶς πόρτες στ’ ἄγρια δάση,
Ξαναζῆς, καὶ φωνάζεις, καὶ δέρνεσαι,
Κι’ εἶσαι ὁ ἴδιος ἐσὺ τὸ σφυρί, τὸ καρφὶ κι’ ὁ ἀητός.


εξόριστα πουλιά...




    Μ. Σαχτούρης:

  όμως ακόμα υπάρχει
 ο κιτρινολαίμης
 το παλιό πουλί
 και τριγυρίζει ανήσυχος
 μέσα στον κήπο μου
 μαζί με το φεγγάρι


     Ὁ Ἐλεγκτής,
Ἕνας μπαξὲς γεμάτος αἷμα
εἶν᾿ ὁ οὐρανὸς
καὶ λίγο χιόνι
ἕσφιξα τὰ σκοινιά μου
πρέπει καὶ πάλι νὰ ἐλέγξω
τ᾿ ἀστέρια
ἐγὼ
κληρονόμος πουλιῶν
πρέπει
ἔστω καὶ μὲ σπασμένα φτερὰ
νὰ πετάω.

 ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ
                         Στον Οδυσσέα Ελύτη

Δε δίνω αίμα στις φλέβες των πουλιών
και τα ποτάμια μου κρατήσαν τα νερά τους
επάνω στα ψηλά βουνά τρείς βίγλες έχω στήσει
μέσ’ στη σπηλιά μου φύλαξα τους αετούς
Ελάτε βγήτε στον κάμπο περιστέρια μου
με τις γαλάζιες κορδέλες στο λαιμό σας
ελάτε βγήτε με το φεγγάρι στην καρδιά
σα θα σηκώσω την ταφόπετρα μου
Αργοπεθαίνουν γύρω μου τ’ άλλα πουλιά
ελάτε βγήτε στον κάμπο περιστέρια μου
ελάτε βγήτε σφαγμένα περιστέρια μου           


  Γιάννης Δάλλας
  "Αυτό το πουλί"

Αυτό το πουλί είν΄ ο Πέτρος

Του ΄γινε πρόταση να βαλσαμωθεί
μα αυτός ξεσκίζει το κλουβί τ΄ ουρανού
μπορεί και να μην αλλαξοπίστησε
απλώστε του ένα κάτι της γης
ένα χέρι που να μη στραγγαλίζει
—τον πνίγει τόση μεταμόρφωση—
κ' εκεί που έδενε τη γραβάτα του
του μένει ένας τελευταίος λαρυγγισμός
απ΄ αυτούς που δεν εξαγοράζονται

Ο φίλος μου ο Πέτρος έχει προκηρυχθεί
λοιπόν θα πεθάνει μετεωριζόμενος.

 


τν δ θλίως θανόντα Πολυνείκους νέκυν
στοσί φασιν κκεκηρχθαι τ μ
τάφ καλύψαι μηδ κωκσαί τινα,
ἐᾶν δ κλαυτον, ταφον, οωνος γλυκν
θησαυρν εσορσι πρς χάριν βορς.
                                  Σοφοκλής, Αντιγόνη


Ο Κολοκοτρώνης πρωτοπάτησε το πόδι του στη Μάνη, αρχίζοντας η Επανάσταση. Από κει τράβηξε με Μανιάτες και Μεσσήνιους για την Τριπολιτσά, με σκοπό να την πολιορκήση. Στο δρόμο, με το πρώτο τουφέκι που κάμανε με τους Τούρκους, ο κόσμος άμαχος κι άπειρος φοβήθηκε και σκόρπησε. Οι άλλοι καπεταναίοι είπανε στον Κολοκοτρώνη:
     ― Τι θα κάμουμε πλειά εδώ; Να πάμε κατά το Λοντάρι (Μεγαλόπολη), να ιδούμε τι γίνεται κι εκείνος ο κόσμος.
     ― Εγώ δεν πάω πουθενά! είπε ο Κολοκοτρώνης. Αν θέλετε σεις, τραβάτε. Εγώ θα μείνω ’δω, να με φάνε τα πουλιά της πατρίδας μου που με ξέρουνε.
                                                                   Γιάννης Bλαχογιάννης, Iστορική Aνθολογία



        χρωματίζω πουλιά, χάρτινα πουλιά
        και περιμένω να κελαηδήσουν..
                          Τ. Λειβαδίτης

    Στ νύχτα πο ρχεται...

Ξεκινμε νάλαφροι καθς γύρη
πο ταξιδεύει στν νεμο
Γρήγορα πέφτουμε στ χμα
ρίχνουμε ρίζες, ρίχνουμε κλαδι
γινόμαστε δέντρα πο διψον οραν
κι λο ρπαζόμαστε μ δύναμη π᾿ τ γ
Μς βρίσκουν τ᾿ τέλειωτα καλοκαίρια
τ μεγάλα κάματα.
Ο νεμοι, τ νερ
παίρνουν τ φύλλα μας.

ργότερα
πλακώνουν ο βαρις συννεφις
μς τυραννον ο χειμνες κι ο καταιγίδες
Μ πάντα ντιστεκόμαστε,
ρθωνόμαστε
πάντα ντυνόμαστε μ νέο φύλλωμα
σότου, φτάνει νας νεμος παράξενος
-κανες δ ξέρει πότε κι π πο ξεκιν-
μς ρίχνει κάτω
μ᾿ λες μας τς ρίζες στν έρα.
Γι λίγο κόμα μς στ φυλλωσιά μας
κάθεται κρυμμένο
πε μία τρίλια του στ νύχτα πο ρχεται-
να πουλί.
                                                      Μελισσάνθη


       ζωγραφιστά πουλιά...

                                                                                                        Paul Klee, Τοπίο με κίτρινα πουλιά

                                                         Αλέκος Φασιανός, Πουλιά και μέλισσες                                                  

Ζακ Πρεβέρ

Πώς να ζωγραφίσετε ένα πουλί

Ζωγραφίστε πρώτα ένα κλουβί
με μιά πόρτα ανοιχτή
ζωγραφίστε μετά
κάτι όμορφο
κάτι απλό
κάτι ωραίο
κάτι χρήσιμο
για το πουλί

βάλτε έπειτα το μουσαμά απάνω σ' ένα δέντρο
σ' ένα κήπο
σ' ένα πάρκο
ή σ' ένα δάσος
κρυφτείτε πίσω από το δέντρο
χωρίς μιλιά
τελείως ακίνητοι ...;

Κάποτε το πουλί έρχεται γρήγορα
μα μπορεί και να περιμένει χρόνια
πριν τ' αποφασίσει

Μην απογοητευτείτε
περιμένετε
περιμένετε αν χρειαστεί χρόνια ολόκληρα
το αν έρθει γρήγορα ή αργά το πουλί
δε θα 'χει καμιά σχέση
με την επιτυχία του πίνακα

Όταν φτάσει το πουλί
αν φτάσει
κρατείστε απόλυτη σιωπή

περιμένετε να μπει το πουλί στο κλουβί
κι όταν μπει
κλείστε απαλά την πορτα με ένα πινέλο

μετά
σβήστε ένα ένα όλα τα σύρματα
προσέχοντας να μην αγγίξετε ούτε ένα φτερό του πουλιού

Ζωγραφίστε κατόπιν το δέντρο
διαλέγοντας το πιο ωραίο κλαδί του
για το πουλί
ζωγραφίστε ακόμη το πράσινο φύλλωμα και τη δροσιά του ανέμου
τη σκόνη του ήλιου
το σούρσιμο των ζώων στη χλόη μέσα στο κάμα του καλοκαιριού
και μετά περιμένετε το πουλί να τραγουδήσει

Αν δεν τραγουδά το πουλί
Είναι κακό σημάδι
σημάδι πως ο πίνακας είναι κακός
μ' αν τραγουδά είναι καλό σημάδι
σημάδι πως μπορείτε να υπογράψετε

Τραβάτε λοιπόν πολύ απαλά
ένα φτερό απ' το πουλί
και γράφετε τ' όνομά σας σε μια γωνιά του πίνακα.   
                            συλλογή «Paroles» , μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης


Ο ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΑΣ ΑΓΑΠΑΕΙ ΠΟΛΥ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ

Χιλιάδες πουλιά πετάνε προς τα φώτα
Κατά χιλιάδες πέφτουνε τσακίζονται
Χιλιάδες τυφλωμένα και νεκρά
Πεθαίνουνε κατά χιλιάδες

Ο φαροφύλακας δεν το αντέχει
Ο φαροφύλακας αγαπάει πολύ τα πουλιά
Και τόσο το χειρότερο
Εμένα τι με νοιάζει λέει

Και σβήνει όλα τα φώτα

Από μακρυά ένα καράβι φορτηγό βυθίζεται
Το φορτηγό που έρχεται από τα νησιά
Κι είναι το φορτηγό πουλιά γεμάτο
Χιλιάδες πουλιά από τα νησιά
Χιλιάδες πνιγμένα πουλιά.
              "Θέαμα και Ιστορίες" μετάφρ. Γιάννης Βαρβέρης

Το πουλί -λύρα ή σελίδα γραπτού

Δύο και δύο τέσσερα
τέσσερα και τέσσερα οχτώ
οχτώ κι οχτώ κάνουν δεκάξι.
Επαναλάβατε! λέει ο δάσκαλος.
Δύο και δύο τέσσερα
τέσσερα και τέσσερα οχτώ
οχτώ κι οχτώ κάνουν δεκάξι.
Μα να το πουλί-λύρα
που περνά στον ουρανό.
Το παιδί το βλέπει,
το παιδί το ακούει,
το παιδί το φωνάζει:
Σώσε με, παίξε μαζί μου, πουλί!
Τότε το πουλί κατεβαίνει
και παίζει με το παιδί.
Δύο και δύο τέσσερα.
Επαναλάβατε! λέει ο δάσκαλος.
Και το παιδί παίζει,
το πουλί παίζει μαζί του…
Τέσσερα και τέσσερα οχτώ
οχτώ κι οχτώ κάνουν δεκάξι
δεκάξι και δεκάξι πόσα κάνουν;
Δεν κάνουν τίποτα δεκάξι και δεκάξι
και προπάντων όχι τριάντα δύο
έτσι ή αλλιώς και φεύγουν.
Και το παιδί έκρυψε το πουλί
μες στο θρανίο του
κι όλα τα παιδιά
ακούν το τραγούδι του
κι όλα τα παιδιά ακούν τη μουσική
κι οχτώ κι οχτώ στη βόλτα τους φεύγουν
και τέσσερα και τέσσερα και δυο και δυο
στη βόλτα τους το σκάνε
κι ένα κι ένα δεν κάνουν ούτε ένα ούτε δύο
ένα ένα το ίδιο φεύγουν.
Και το πουλί-λύρα παίζει
και το παιδί τραγουδάει
κι ο καθηγητής φωνάζει:
Πότε θα πάψετε να κάνετε τον καραγκιόζη!
Μα όλα τ’ άλλα παιδιά ακούν τη μουσική
και οι τοίχοι της τάξης
σωριάζονται ήσυχα.
Και τα τζάμια ξαναγίνονται άμμος
το μελάνι ξαναγίνεται νερό
τα θρανία ξαναγίνονται δένδρα
η κιμωλία ξαναγίνεται ακρογιαλιά
το φτερό ξαναγίνεται πουλί.

Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΥΛΙ:
ταινία κινουμένων σχεδίων σε σενάριο του Ζακ Πρεβέρ


Στον ύπνο μου απόψε είδα πάλι πως ήμουνα λέει σοφός.
Οι άνθρωποι γύρω χορτάτοι κοιτούσαν και βλέπανε πως...
κυλούσε γλυκά η ζωή τους...
Αφέντες κακό πουθενά...χιλιάδες παιδιά στα ποτάμια
ψαρεύανε φως στα νερά…Και το πιο περίεργο από όλα :
Φωλιά η βουλή για πουλιά...
               Ανδρέας Θωμόπουλος [το τραγουδάει ο Π. Σιδηρόπουλος στην ταινία ''ο ασυμβίβαστος'']


χορευτικά πουλιά...

Γ. Σεφέρης :  Νιζίνσκι

Μαύρος Κύκνος...


Ο ΓΛΑΡΟΣ ΙΩΝΑΘΑΝ








τι είναι έρωτας;

Στο δάσος έστησα του Πόθου όλα τα ξόβεργα,
κι έπιασα τα πιο γνώριμα πουλιά και τα πιο ξένα,
κι εκείνα, που όσο κελαϊδούν, και τα βουβά,
και τ’ άσπρα και τα κίτρινα και τα σμαλτοχυμένα,
Κι όσα πικροδαγκώνουν, και τα πιο απαλά,
και τα πουλιά που σέρνονται σα λαβωμένα χάμου,
και τ’ άλλα με τ’ ανήσυχα πλατιά φτερά·
και σ’ άλλο δάσος τ’ άφησα· μες στην καρδιά μου.
                                                         Κ. Παλαμάς


τι είναι ποίηση;

Αλλά με τις ξόβεργες μπορεί να πιάνεις πουλιά, δεν πιάνεις ποτέ το κελαηδητό τους. Χρειάζεται η άλλη βέργα, της μαγείας, και ποιος μπορεί να την κατασκευάσει αν δεν του ’χει από μιας αρχής δοθεί;
                                                                                                                  Οδ. Ελύτης

Συχνά για να περάσουνε την ώρα οι ναυτικοί
άλμπατρος πιάνουνε, πουλιά μεγάλα της θαλάσσης,
που ακολουθούνε σύντροφοι, το πλοίο, νωχελικοί,
καθώς γλιστράει στου ωκεανού τις αχανείς εκτάσεις.

Και μόλις στο κατάστρωμα του καραβιού βρεθούν
αυτοί οι ρηγάδες τ' ουρανού, αδέξιοι, ντροπιασμένοι,
τα κουρασμένα τους φτερά στα πλάγια παρατούν
να σέρνονται σαν τα κουπιά που η βάρκα τα πηγαίνει.

Πως κοίτεται έτσι ο φτερωτός ταξιδευτής δειλός
τ' ωραίο πουλί τι κωμικό κι αδέξιο που απομένει
ένας τους με την πίπα του το ράμφος του χτυπά
κι άλλος, χωλαίνοντας, το πως πετούσε παρασταίνει.

Ίδιος με τούτο ο Ποιητής τ' αγέρωχο πουλί
που ζει στη μπόρα κι αψηφά το βέλος του θανάτου,
σαν έρθει εξόριστος στη γη και στην οχλοβοή
μεσ' στα γιγάντια του φτερά χάνει τα βήματά του
                                                        Σαρλ Μπωντλέρ



Βαδίζεις σε μιαν έρημο. Ακούς ένα πουλί που κελαηδάει. Όσο κι αν είναι απίθανο να εκκρεμεί ένα πουλί στην έρημο, ωστόσο εσύ είσαι υποχρεωμένος να του φτιάξεις ένα δέντρο. Αυτό είναι το ποίημα. 
                                                                                                                   Κ. Δημουλά


Εκρηκτικό πόρισμα, της Κ. Δημουλά

Κυνηγέ,
υποπτεύομαι γιατί σκοτώνεις τα πουλιά.
Τα απωθημένα σου φτερά εκδικείσαι.

Λυτρώσου.
Όλων μας σχεδόν τα πετάγματα
κάποια τα βρήκε αζύγιαστη
ή ζυγιασμένη σφαίρα.

Είτε σκάρτο νερουλό ήτανε το Ικάριο
κερί
είτε γιατί ο ήλιος είναι συνεργάσιμος
μονάχα με τη δύση του
είτε γιατί κατά την απογείωση εξερράγη
εκρηκτικός αντίπαλος.

Υπολόγισε τώρα τι φτερά ταπείνωσε
ενός κλουβιού το ύψος ότι τάχα
κελαηδούσαν γήινα καθημερινά
λες και η ανάγκη υπέργεια να κελαηδήσεις
δεν είναι γήινη δεν είναι καθημερινή.

Μνημονεύω χώρια, με ευλάβεια προσευχετική
τα αυτοκτόνα εκείνα πετάγματα
με σφαίρα που κρυφά τους επρομήθευσε
του ακατανόητου η μεγάλη γενναιότης
δεδικαίωται:
η νεκροψία όλης αυτής της καντεμιάς
έδειξε πως τα μόνα καλότυχα φτερά
τα είχε η ματαιότης.

Ηρέμησε λοιπόν.
Έχω κι εγώ ένα σωρό απωθημένους ουρανούς
μα δε σκοτώνω άστρα.

Και αν καμιά φορά από μανία αδέσποτη συμβεί
κάποιο να σημαδέψω
το πολύ να κλείσω τον τραυματία κελαηδισμό του
σ' ένα κλουβάκι στίχου φευγαλέο.
                                                  Από τη συλλογή Ήχος Απομακρύνσεων 


Πού είναι τα πουλιά;

                       Στον Μιχάλη Πιερή

Πού είναι τα πουλιά;
Ατσάραντοι και λιάροι κι' αητομάχια
συκοφάγοι και κατσουλιέρες και κοτσύφια
τσουτσουλιάνοι και τσαλαπετεινοί και τσόνοι
καλημάνες και καλατζάκια και τσιμιάλια
τσιπιριάνοι και τσικουλήθρες και σπέντζοι
τετεντίτσες και τουρλουμπούκια και κίσσες
καλοκερήθρες και σηκονούρες και ασπροκόλια
μπεκανότα και δοδόνες και κολοτριβιδόνες
ξυλοτρούπιδες και σπίγγοι και τρουποφράχτες
κοκκινονούρες και τρυγονόλιαροι και μυγουσάκια
γαϊταρίθια και σβουρίτζια και σγουρδούλια
θεοπούλια και μυγούδια και σπίνοι;

Πού είναι ο κοκκινολαίμης;
Πού είναι τα παπιά;
Κρινέλια και γερμάνια και ψαλίδες
ξυλόκοτες και μπάλιζες και σουγλοκόλια
γερατζούλια και ντελίδες και μαυρόπαπα
ψαροφάγοι και τουρλίδες και ζαγόρνα
λαγοτουρλίδες και τσιλιβίδια και βουτουλάδες;
Πού είναι ο Μολοχτός κι' ο Πάπουζας;
Η Αβοκέτα κι ο Καλαμοκανάς;
Πού είναι οι συκοπούλες οι βουλγάρες κι' οι σιταρίθρες
τα βατοπούλια τα κουφαηδόνια κι' οι αερογάμηδες
οι φάσες και οι σπαθομύτες
τα κιρκινέζια κι' οι χαλκοκουρούνες;
Πού είναιο μπούφος ο χουχουλόγιωργας κι' ο κούκος
ο νυχτοκόρακας ο γκιόνης κι' ο καράπαπας;
Πού είναι
τα ξεφτέρια τα γεράκια και οι αετοί;
Πού είναι ο Ντρένιος ο Καλογιάννης και ο Μπέτος;
Πού είναι οι Μαυροσκούφηδες;
                                 Γιώργης Παυλόπουλος



Ήρθεν η ώρα κι ο καιρός, κ' η μέρα ξημερώνει,       
να φανερώσει ο Ρώκριτος το πρόσωπο, που χώνει.
Εφάνη ολόχαρη η αυγή, και τη δροσούλα ρίχνει,
σημάδια τση ξεφάντωσης κείνη την ώρα δείχνει. […]
Χαμοπετώντας τα πουλιά εγλυκοκιλαδούσαν,
στα κλωναράκια τω' δεντρών εσμίγαν κ' εφιλούσαν.
Δυό-δυό εζευγαρώνασι, ζεστός καιρός εκίνα,
έσμιξες, γάμους, και χαρές εδείχνασι κ' εκείνα.      
Εσκόρπισεν η συννεφιά, οι αντάρες εχαθήκαν,
πολλά σημάδια τση χαράς στον Ουρανό εφανήκαν.
Παρά ποτέ τως λαμπυρά, τριγύρου στολισμένα,
στον Ουρανό είν' τα νέφαλα σαν παραχρουσωμένα.
Τα πάθη πλιό δεν κιλαδεί το πρικαμένο αηδόνι,       
αμέ πετά πασίχαρο, μ' άλλα πουλιά σιμώνει.
Γελούν τση Χώρας τα στενά, κ' οι στράτες καμαρώνουν,
όλα γρικούν κουρφές χαρές, κι όλα τσι φανερώνουν.

Και μες στη σκοτεινή φλακήν, οπού'το η Αρετούσα,
εμπήκα' δυό όμορφα πουλιά, κ' εγλυκοκιλαδούσα'.       
Στην κεφαλήν της Αρετής συχνιά χαμοπετούσι,
και φαίνεταί σου και χαρές μεγάλες προμηνούσι.
Πάλι με τον κιλαδισμόν απ' τη φλακήν εφύγαν,
αγκαλιαστά, περιμπλεχτά τσι μούρες τως εσμίγαν.
                            από τον Ερωτόκριτο του Β Κορνάρου




THE BIRDS,1963




BIRDY, ο άνθρωπος πουλί [1984]
του Άλαν Πάρκερ βασισμένη σε μυθιστόρημα του Ουίλιαν Γουόρτον:
Ο Μπέρντυ , αέρινος και ολίγον ιδιαίτερος χαρακτήρας, μια μηχανική ιδιοφυία, θαυμάζει τα πουλιά. Προσπαθεί, σαν σύγχρονος Ντα Βίντσι, μελετώντας τα να τα «αντιγράψει»... ονειρεύεται να «πετάξει» κι αυτός με τα αυτοσχέδια φτερά του..



            Μελαγχολική ιστορία

Ὑπάρχει ἕνας φάρος σὲ μία προβλήτα ἐρημική.
Στὴ ρίζα τοὺ ἕνα λαδὶ παγκάκι.
Πικρὸ λαδί, στὸ χρῶμα τοῦ καημοῦ.
Ἕνα μοναχικὸ παγκάκι, σὲ μιὰ μοναχικὴ προβλήτα,
κάτω ἀπὸ τὸν πιὸ μοναχικὸ φάρο τοῦ στερεώματος.
Ἂν τύχει καὶ καθίσει ἄνθρωπος ἀπελπισμένος
μπορεῖ ν’ ἀκούσει, στὴ γλώσσα τοῦ τριγμοῦ τῶν ξύλων,
τὴν ἱστορία τοῦ σπουργίτη ποὺ μαράζωσε
‘κει δὰ μπροστὰ ποὺ γίνεται ἁλάτι τὸ νερό,
καὶ γιὰ τὴν πέρκα ποὺ ἔγειρε τὸ πλουμιστό της σῶμα
στὸ βυθὸ καὶ πέθανε
ὅταν διαπίστωσαν τὸ τέλειο ἀδιέξοδο
στὸν ἔρωτα πουλιοῦ μὲ ψάρι.
                             Γ. Θεοχάρης

                         
                τ' άγρια πουλιά τα ημερεύω...
θα πάω να φτιάξω μια φωλιά στον ουρανό...

                    κόνδορας   
ο αετός/σύμβολο ελευθερίας της λατινικής αμερικής
και το πέταγμά του...
           el condor pasa
το παραδοσιακό τραγούδι που έκαναν διάσημο με τη διασκευή τους οι Simon and Garfunkel





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου