Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2011

τα μωρά τα φέρνει...ποιος,πού,πότε,πώς,γιατί ; [αφιερωμένο..]


Νάνι του Ρήγα το παιδί,
του βασιλιά τ' αγγόνι.
Νάνι του κήπου η πασχαλιά,
του Μάη το χελιδόνι.

Κοιμήσου φως της χαραυγής                             
κι άστρο χρυσό τ' Απρίλη                                          
κι η Παναγιά στον ύπνο σου
χαμογελά στα χείλη.

Κάμε τον ύπνο σύννεφο
και τ' όνειρό σου πάχνη
κι ένα πουλί τ' αυγερινού
να σ' ανταμώσει ψάχνει.

Νάνι του Ρήγα το παιδί,
του βασιλιά τ' αγγόνι.
Νάνι του κήπου η πασχαλιά,
του Μάη το χελιδόνι.
                              Ν. Γκάτσος

η σημασία του "θωπευτικού" περιβάλλοντος





Νάνι το παιδί μου νάνι που δεν ήθελε νερό,
τ' άλογό μας το μεγάλο. Αχ καρδούλα μου ποιος ξέρει
τι να λέει το ποταμάκι στο λιβάδι το χλωρό.

Νάνι, το νερό το μαύρο μες στα πράσινα χορτάρια
που ψιλό τραγούδι πιάνει. Νάνι την τριανταφυλλιά μου
που τη γης δάκρυο ποτίζει, τ' άλογό μας το καλό.

Έχει πόδια λαβωμένα, τραχηλιά κρουσταλλιασμένη,
έχει ένα ασημένιο λάζο καρφωμένο μες στα μάτια.
Μόνο μια φορά σαν είδε τ' αντρειωμένα τα βουνά
εχλιμίντρισε κι εχάθη στα νερά τα σκοτεινά.

Αχ πού πήγες άλογό μου που δεν ήθελες να πιεις,
αχ μαράζι μες στο χιόνι. Νάνι το γαρούφαλό μου
που τη γης δάκρυο ποτίζει, τ' άλογό μας το καλό.

Μην έρχεσαι μη μπαίνεις, το παρεθύρι κλείστο
με φυλλωσιές ονείρου, μ' όνειρα φυλλωσιάς.
Κοιμάται το παιδάκι μου, σωπαίνει το μωρό μου.
 
Αχ πού πήγες άλογό μου που δεν ήθελες να πιεις,
άλογο της χαραυγής.
                                                
                           N. Γκάτσος

                                                                             

Από το «Πρωινό άστρο» του Γ. Ρίτσου

Nάτη η νύχτα που σιμώνει
χρυσοπράσινο παγώνι
γαλανόχρυσο παγώνι,
σέρνει τη μεγάλη ουρά της
πάνου στα καμπαναριά,
τα πουλιά και τα παιδιά
τα σταυρώνει, τα χρυσώνει.

Nάνι-νάνι, κοριτσάκι,
νάνι, κι ο πατέρας σου,
κράχτης του καλού καιρού
σμαραγδένιο βατραχάκι
στη δεξιά γωνιά του φεγγαριού,
στη φωνή του τ’ άστρα βάνει ― νάνι, νάνι.

Σ' ένα μαξιλάρι φεγγαράκι
το παιδί μου αποκοιμήθηκε.
Όλη η πλάση στις μύτες των ποδιών
κοιτάζει απ’ το παράθυρό μας
κοιτάζει το παιδί μου που κοιμήθηκε.

Όλα τα αστέρια
μια μυγδαλιά ανθισμένη αστέρια
μπρος στο παράθυρό μας
κοιτάζει το παιδί μου που κοιμήθηκε.

Ο θεός των σπουργιτιών και των παιδιών
πίσω από μια κουρτίνα λουλουδένια
κοιτάζει το παιδί μου που κοιμήθηκε.

Σιγά, μανούλα,
σιγά.
θα το ξυπνήσεις.

Τι θόρυβο που κάνει
η πορτούλα της καρδιάς σου
καθώς ανοιγοκλείνει
στον κήπο της χαράς.


Ξύπνησες, κοριτσάκι;
Ξύπνησε ο ήλιος.

Mπήκαν μπροστά τα μοτεράκια
των χρυσών σπόρων.

Aκούς;

Tέσσερις μαργαρίτες
τροχοί σ’ ένα αμαξάκι ―
σου κουβαλάν πολλά
καλούδια και καλά.

Tέσσερα χελιδόνια-τσαγκαρόπουλα
πάνω-κάτω, πάνω-κάτω
πηγαινέλα
τραβάνε τις μακριές κλωστές
τις αργυρές
μιας καλοκαιριάτικης βροχούλας
και σου ράβουν ― γεια-χαρά σου ―
τα γαλάζια πέδιλά σου

Mέλισσες τρυγάν, τρυγάν
τα ξανθόχρυσα λουλούδια
τα ξανθόχρυσα τραγούδια
και σου φτιάχνουν και σου φτιάχνουν
(άνοιξε το χέρι σου)
σου ’φτιαξαν το μέλι σου.

Mια μουγγή, κοντόχοντρη
― δες ― μια αστεία χελώνα
κόβει ένα κομμάτι φως στρωτό
γαλανό και γελαστό
απ’ το ρυάκι
στο κρεμάει στην κούνια σου
καθρεφτάκι
για να κοιταχτείς
και να χτενιστείς.

Ένα αγαθό
στρογγυλοπρόσωπο ψωμί
μέσα στη χρυσή
του καλοκαιριού κουζίνα
βράζει, βράζει (ακούς πώς βράζει
σαν να παίζουν μαντολίνα),
τ’ αγαθό ψωμί
(πώς γελούν τα μάτια τα μεγάλα σου)
σου ’βρασε το γάλα σου.

Tα κυκλάμινα στυλώνουνε τ’ αυτάκια τους
σαν τριανταφυλλένια γαϊδουράκια
για ν’ ακούσουν τι θα πεις
μέσα στο χωνάκι της σιωπής.

Kι ως ανασηκώνεις το χεράκι
φτιάχνεις ένα γεφυράκι
κι από κάτω του περνάνε,
σεργιανάνε
κύκνοι-κρίνοι
κρίνοι-κύκνοι.











Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου